Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά ευρήματα της έκθεσης είναι η αντίφαση ανάμεσα στα επίπεδα τιμών και στην πραγματική επιβάρυνση των νοικοκυριών
Η Ελλάδα τοποθετείται στην κορυφή της στεγαστικής επιβάρυνσης στην Ευρωπαϊκή Ένωση, σύμφωνα με τη νέα διαδραστική έκδοση Housing in Europe – 2025 της Eurostat, η οποία αποτυπώνει με συγκρίσιμα στοιχεία την εικόνα της στέγασης σε όλα τα κράτη μέλη.
Σε αυτό το σημείο να τονιστεί ότι, παρά το γεγονός πως το συνολικό επίπεδο τιμών στέγασης στην Ελλάδα βρίσκεται 29% κάτω από τον μέσο όρο της ΕΕ, τα ελληνικά νοικοκυριά πληρώνουν αναλογικά το υψηλότερο μερίδιο του εισοδήματός τους για να στεγαστούν, ενώ καταγράφουν και τα μεγαλύτερα ποσοστά ληξιπρόθεσμων οφειλών σε ενοίκια και λογαριασμούς.
Ελλάδα: πρώτη σε στεγαστική επιβάρυνση σε πόλεις και ύπαιθρο
Στην καρδιά της έκθεσης βρίσκεται ο δείκτης στεγαστικής επιβάρυνσης, δηλαδή το ποσοστό του πληθυσμού που ζει σε νοικοκυριό όπου το συνολικό κόστος στέγασης – ενοίκιο ή δόση δανείου, λογαριασμοί κοινής ωφέλειας, θέρμανση – υπερβαίνει το 40% του διαθέσιμου εισοδήματος.
Στις πόλεις της ΕΕ, σχεδόν 10% του πληθυσμού ζει σε νοικοκυριά με τέτοια επιβάρυνση. Στην Ελλάδα, το ποσοστό αυτό εκτοξεύεται στο 29%, το υψηλότερο στην Ευρώπη. Στις αγροτικές περιοχές, ο μέσος όρος της ΕΕ είναι 6%, ενώ η Ελλάδα βρίσκεται και εδώ στην κορυφή, με 28%, αφήνοντας δεύτερη τη Γερμανία με 11%.
Πρακτικά, είτε στην πόλη είτε στο χωριό, πάνω από ένας στους τέσσερις κατοίκους της χώρας ζει σε καθεστώς ακραίας στεγαστικής πίεσης.
36% του εισοδήματος για στέγη – διπλάσια επιβάρυνση για τους φτωχότερους
Παράλληλα, η Eurostat εξετάζει το ποσοστό του διαθέσιμου εισοδήματος που κατευθύνεται στη στέγαση.
Κατά μέσο όρο στην ΕΕ, τα νοικοκυριά δαπανούν το 19% του εισοδήματός τους για τη στέγη. Στην Ελλάδα, το αντίστοιχο ποσοστό φθάνει στο 36% – το υψηλότερο στην Ευρώπη – με τη Δανία να ακολουθεί στο 26% και τη Γερμανία και τη Σουηδία στο 25%. Στον αντίποδα, η Κύπρος καταγράφει το χαμηλότερο ποσοστό, με μόλις 11% του διαθέσιμου εισοδήματος να κατευθύνεται στη στέγαση.
Για τα νοικοκυριά που θεωρούνται σε κίνδυνο φτώχειας (εισόδημα κάτω από το 60% του διάμεσου) η εικόνα επιβαρύνεται ακόμη περισσότερο. Σε επίπεδο ΕΕ, η στέγη απορροφά κατά μέσο όρο το 37% του εισοδήματός τους, έναντι 16% για όσους βρίσκονται πάνω από το όριο φτώχειας, αποτυπώνοντας ένα σαφές χάσμα προσιτότητας.
Πρωτιά και στις ληξιπρόθεσμες οφειλές
Η στεγαστική πίεση δεν αποτυπώνεται μόνο στο ποσοστό εισοδήματος, αλλά και στη δυνατότητα εξυπηρέτησης των υποχρεώσεων.
Το 2024, το 9% των κατοίκων της ΕΕ ζούσε σε νοικοκυριά με ληξιπρόθεσμες οφειλές στεγαστικού δανείου, ενοικίου ή λογαριασμών κοινής ωφέλειας. Στην Ελλάδα, το αντίστοιχο ποσοστό φθάνει στο 43%, το υψηλότερο στην Ένωση και σχεδόν πενταπλάσιο του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Ακολουθούν η Βουλγαρία (19%) και η Ρουμανία (15%. Τα χαμηλότερα ποσοστά καταγράφονται στην Τσεχία (3%), τις Κάτω Χώρες και την Πολωνία (4%).
Προς επίρρωση τούτου, η σύγκριση με το 2010 δείχνει ότι, ενώ στην ΕΕ συνολικά το ποσοστό των νοικοκυριών με ληξιπρόθεσμες οφειλές μειώθηκε από 12% σε 9%, στην Ελλάδα αυξήθηκε από 31% σε 43%. Η χώρα αποτελεί, έτσι, αρνητική εξαίρεση σε μια γενική ευρωπαϊκή τάση βελτίωσης.
Ενεργειακή φτώχεια και ποιότητα κατοικίας
Στο μεταξύ, η έκθεση αναδεικνύει και τη διάσταση της ενεργειακής φτώχειας.
Στην ΕΕ, το 9% του πληθυσμού δηλώνει ότι δεν μπορεί να διατηρήσει την κατοικία του επαρκώς θερμαινόμενη. Η Ελλάδα βρίσκεται και εδώ στην κορυφή, μαζί με τη Βουλγαρία, με 19% του πληθυσμού να αδυνατεί να εξασφαλίσει επαρκή θέρμανση.
Σε ό,τι αφορά την «υπο-κατοίκηση» – κατοικίες μεγαλύτερες από τις ανάγκες του νοικοκυριού – η Ελλάδα καταγράφει ποσοστό 13%, ένα από τα χαμηλότερα στην ΕΕ, όταν στην Κύπρο το αντίστοιχο ποσοστό φθάνει το 70% και στην Ιρλανδία το 67%. Αυτό υποδηλώνει ότι οι ελληνικές κατοικίες είναι, κατά κανόνα, πιο «σφιχτές» και λιγότερο ευρύχωρες για τα νοικοκυριά που τις κατοικούν.
Αντίφαση: χαμηλότερες τιμές, αλλά μεγαλύτερη επιβάρυνση
Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά ευρήματα της έκθεσης είναι η αντίφαση ανάμεσα στα επίπεδα τιμών και στην πραγματική επιβάρυνση των νοικοκυριών.
Σε επίπεδο τιμών στέγασης (ενοίκια, λογαριασμοί, καύσιμα), η Ελλάδα βρίσκεται 29% κάτω από τον μέσο όρο της ΕΕ. Παρ’ όλα αυτά, η χώρα καταγράφει την υψηλότερη στεγαστική επιβάρυνση και το υψηλότερο ποσοστό ληξιπρόθεσμων οφειλών.
Σε τούτο το σημείο να τονιστεί ότι η αντίφαση αυτή συνδέεται τόσο με το χαμηλότερο διαθέσιμο εισόδημα των ελληνικών νοικοκυριών όσο και με τη δομή της αγοράς στέγης, όπου το βάρος πέφτει δυσανάλογα σε ενοικιαστές και οικονομικά ευάλωτες ομάδες.
Κατασκευές και επενδύσεις: περιορισμένες χωρητικότητες
Αυτή τη στιγμή, η Eurostat αποτυπώνει και την πλευρά της προσφοράς.
Ο κλάδος των κατασκευών αντιστοιχεί στο 5,5% της ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας στην ΕΕ, ενώ στην Ελλάδα το μερίδιο αυτό περιορίζεται στο 2,2%, ένα από τα χαμηλότερα στην Ένωση. Οι επενδύσεις σε κατοικία αντιπροσωπεύουν 5,3% του ΑΕΠ στην ΕΕ, ενώ στην Ελλάδα δεν ξεπερνούν το 2,6%, τοποθετώντας τη χώρα και εδώ στο κάτω άκρο της κλίμακας.
Παράλληλα, το σύνολο των αδειών δόμησης για κατοικίες στην ΕΕ αυξήθηκε οριακά κατά 5% μεταξύ 2010 και 2024, με μεγάλες ανισότητες ανά χώρα. Η σταδιακή πτώση που καταγράφεται μετά το 2021 σημαίνει ότι η προσφορά νέων κατοικιών δεν ακολουθεί με συνέπεια τις ανάγκες της αγοράς.
Το ευρωπαϊκό πλαίσιο και η ελληνική ιδιαιτερότητα
Η έκθεση Housing in Europe – 2025 δεν είναι πολιτικό κείμενο, αλλά ένα εργαλείο στατιστικής τεκμηρίωσης. Ωστόσο, τα ευρήματά της λειτουργούν ως καθρέφτης των επιλογών πολιτικής κάθε χώρας.
Στην περίπτωση της Ελλάδας, η εικόνα που προκύπτει είναι σαφής.
Η χώρα έχει από τα χαμηλότερα επίπεδα τιμών στέγασης σε σύγκριση με τον μέσο όρο της ΕΕ. Ταυτόχρονα, εμφανίζει τη μεγαλύτερη στεγαστική επιβάρυνση, τα υψηλότερα ποσοστά ληξιπρόθεσμων οφειλών και ιδιαίτερα αυξημένη ενεργειακή φτώχεια. Ο κλάδος των κατασκευών και οι επενδύσεις σε κατοικία παραμένουν σχετικά υποτονικές σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρώπη.
Σε κάθε περίπτωση η νέα έκθεση της Eurostat δίνει ένα σαφές μήνυμα προς τη δημόσια πολιτική και την αγορά: το πρόβλημα της στέγασης στην Ελλάδα δεν είναι μόνο θέμα «ακριβών ενοικίων», αλλά συνολικού μοντέλου εισοδημάτων, επενδύσεων και ενεργειακής πολιτικής, σε μια περίοδο όπου η στέγη μετατρέπεται σε κρίσιμο κοινωνικό και αναπτυξιακό ζήτημα σε όλη την Ευρώπη.
Ακολουθήστε μας στο Google News για να ενημερώνεστε για τα τελευταία νέα









