Μείζον θέμα για τα ελληνικά νοικοκυριά
Ένα ζήτημα που βρίσκεται σταθερά ψηλά στην επικαιρότητα τα τελευταία χρόνια είναι οι τιμές της ηλεκτρικής ενέργειας. Από την κρίση του κορονοϊού το 2020 και έπειτα παρουσιάζουν αυξητικές τάσεις οι οποίες κορυφώθηκαν με τη Ρώσο-Ουκρανική σύγκρουση τον Φεβρουάριο του 2022 καθώς περιόρισαν τον εφοδιασμό της Ευρώπης με το φθηνό φυσικό αέριο της Ρωσίας.
Όλοι αυτοί οι παράγοντες μείωσαν την αγοραστική δύναμη των καταναλωτών, ενώ τα εισοδήματά τους δεν ακολούθησαν τις αντίστοιχες αυξήσεις του πληθωρισμού.
Αν επικεντρωθούμε στα στοιχεία της Eurostat, στην αποτύπωση του πληθωρισμού ως ποσοστό στις τιμές της ηλεκτρικής ενέργειας στην Ελλάδα σε συνδυασμό με την οικιακή κατανάλωση ενέργειας, θα παρατηρήσουμε ότι από το 2013 μέχρι και το 2019 ο πληθωρισμός βρισκόταν σε χαμηλά επίπεδα, μάλιστα από το 2016 και μετά σε επίπεδα κάτω του μηδενός (πρώτο γράφημα). Αυτό σηματοδοτεί ότι για την περίοδο 2016 – 2019 οι καταναλωτές βίωναν μια κατάσταση αποπληθωρισμού.
Από το 2020 και έπειτα σημειώνεται μια απότομη αύξηση των τιμών η οποία οφείλεται στη μείωση των επιτοκίων και στην ανάγκη διατήρησης της ρευστότητας λόγω του lockdown.
Αποκορύφωμα ήταν το 2022 όπου καταγράφηκε μια αύξηση άνω του 40% στις τιμές της ηλεκτρικής ενέργειας, η οποία εν μέρει καλύφθηκε μέσω κρατικών επιδοτήσεων προκειμένου να αποφευχθεί ο κίνδυνος της ενεργειακής φτώχειας.
Παρόλο που η κρατική παρέμβαση μέσω των επιδοτήσεων ήταν καταλυτική για τα νοικοκυριά ώστε να ανταπεξέλθουν στα υψηλά τιμολόγια ρεύματος, η αύξηση των τιμών στα καθημερινά προϊόντα λόγω του υψηλού κόστους ενέργειας που αντιμετώπιζαν οι βιομηχανίες επιβάρυνε σε μεγάλο βαθμό τους τελικούς καταναλωτές επηρεάζοντας αρνητικά την αγοραστική τους δύναμη.
Ωστόσο, από το 2023 και μετά καταγράφεται μια τάση μείωσης του δείκτη πληθωρισμού στην ηλεκτρική ενέργεια, όχι όμως ικανή να επαναφέρει τις τιμές στα επίπεδα του 2020.

Σύμφωνα με το νόμο της προσφοράς και της ζήτησης, τα νοικοκυριά, προκειμένου να ανταπεξέλθουν στις αυξήσεις των τιμών της ενέργειας μείωσαν την κατανάλωσή τους(σε όρους gigawatt ανά ώρα) από την περίοδο 2012 μέχρι και το 2013.
Αντίθετα, από το 2015 μέχρι και το 2017 παρατηρήθηκε μια αυξητική τάση στην κατανάλωση ενέργειας (δεύτερο γράφημα). Η σταθεροποίηση της καταναλωτικής ζήτησης από τα νοικοκυριά, στα επίπεδα των 16 με 17 gigawatt ανά ώρα, παρατηρήθηκε από το 2018 μέχρι και το 2021,ενώ για τα έτη 2022 και 2023 διαπιστώθηκε μια πτώση στην κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας με μεγαλύτερη μείωση το 2023.

Το συμπέρασμα που προκύπτει από το παραπάνω γράφημα είναι ότι, οι καταναλωτές, προκειμένου να αντιμετωπίσουν το κύμα πληθωρισμού σε αρκετά αγαθά και υπηρεσίες, φαίνεται να καταφεύγουν στη μείωση της ηλεκτρικής ενέργειας η οποία όπως είναι γνωστό χαρακτηρίζεται από ανελαστικότητα.
Μάλιστα, η μείωση της κατανάλωσης ενέργειας που σημειώθηκε το 2022 είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα καθώς οι κρατικές ενισχύσεις στους λογαριασμούς ρεύματος δεν φαίνεται να ήταν αρκετές για να διατηρήσουν την κατανάλωση ενέργειας στα επίπεδα του προηγούμενου έτους.
Ταυτόχρονα, το μέτρο αυτό δεν ήταν ικανό να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά την πληθωριστική τάση στα αγαθά και τις υπηρεσίες εξαιτίας του ηλεκτρικού κόστους παραγωγής.
Όσο καλοπροαίρετη και αν είναι μια κρατική ενίσχυση πάνω στα τιμολόγια του ηλεκτρικού ρεύματος, δεν μπορεί να προσφέρει συνολική προστασία στους καταναλωτές όταν αυτή δεν συνοδεύονται από πραγματικές αυξήσεις στα εισοδήματά τους ώστε να αντισταθμίσουν τις πληθωριστικές τάσης.
* Ο Πέτρος Νικολάου είναι Co- founder του Δικτύου Ενεργειακής Πολιτικής ΚοιΝΣεπ
Πηγή: cnn.gr
Ακολουθήστε μας στο Google News για να ενημερώνεστε για τα τελευταία νέα









