Κόσμος 14.06.2026, 14:34

Ο Ντόναλντ Τραμπ γίνεται 80: Αυτή είναι η ζωή του

Κοιμάται μόλις τρεις ώρες, τρώει fast food για να αποφύγει τα μικρόβια, καταναλώνει 12 Diet Coke την ημέρα και αρνείται πεισματικά να μην είναι το επίκεντρο του ενδιαφέροντος. Τον λένε Ντόναλντ Τζον Τραμπ, είναι ο 47ος πρόεδρος των ΗΠΑ και σήμερα γίνεται 80 ετών

ΟΝτόναλντ Τραμπ είναι απρόβλεπτος, δεσποτικός και αλαζόνας – μολονότι συχνά δεν καταφέρνει κάτι περισσότερο από το να γίνεται εικόνα και ομοίωση εκείνου που ο θυμόσοφος λαός περιγράφει ως τζάμπα μάγκα.

Είναι ακόμα σκληρός, εμφανίζεται συχνά αδίστακτος και άκαρδος, μοιάζει απόλυτος και μάλλον δε χρειάζεται καν να μιλήσει κανείς για τους τραχείς, ακατέργαστους τρόπους του.

Όμως ο 47ος πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, αν και καταβάλει φιλότιμη προσπάθεια να κάνει την οικουμένη να το παραβλέψει, είναι πριν και πάνω απ’ όλα άνθρωπος. Και μάλιστα εφτάψυχος, υπολογίζοντας πως έχει βγει αλώβητος από δύο απόπειρες δολοφονίας εναντίον του. Σήμερα αυτός ο άνθρωπος έχει τα 80ά γενέθλιά του.

Η συμπλήρωση 80 Ιουνίων ζωής -γεγονός που παρεμπιπτόντως τον απομακρύνει λίγο ακόμα από το μέσο προσδόκιμο ζωής των αρρένων συμπατριωτών του το οποίο κυμαίνεται στα 76,5 έτη- είναι μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για να φυλλομετρήσουμε τον βίο και την πολιτεία ενός ανθρώπου, όπου στα έργα και τις ημέρες του διασταυρώνονται οι δρόμοι της αμερικανικής τηλεοπτικής υπερβολής και της καταναλωτικής υστερίας.

Άλλωστε, αν το καλοσκεφτεί κανείς τι είναι στο τέλος της ημέρας ο Ντόναλντ Τραμπ; Ένας ακούραστος showman που πέρασε πάνω από μισό αιώνα χτίζοντας έναν μύθο από δολάρια, χρυσά πόμολα, πρωτοσέλιδα στα κάθε λογής tabloids και καντάρια υπερβολής.

Αλλά και ένας άνθρωπος που αντιλήφθηκε, δεκαετίες πριν από την επέλαση του ίντερνετ και των social media, ότι η προσοχή –ακόμα και η πιο τοξική ή αρνητική– είναι το πιο σκληρό και τελικά το πολυτιμότερο νόμισμα στον πλανήτη. Αυτή είναι μάλλον και η μεγαλύτερη περιουσία του. Σίγουρα πολυτιμότερη από τα 6,1 δισεκατομμύρια δολάρια στα οποία το Forbes υπολογίζει το βιος του.

Το απαράβατο δόγμα του Φρεντ Τραμπ
Ο Ντόναλντ Τραμπ δεν ξεκίνησε τη ζωή του με την ουρανομήκη φιλοδοξία να κατακτήσει τον κόσμο. Ή τουλάχιστον τίποτα στην όψη εκείνου του μικρού ξανθού αγοριού δεν πρόδιδε πως ο κόσμος δε θα ήταν αρκετός για εκείνον.

Ο Τραμπ μεγάλωσε σε ένα σπίτι με πλεόνασμα δωματίων –η πατρογονική οικία του στο Jamaica Estates του Κουίνς διέθετε 23 δωμάτια–, αλλά αβάσταχτο έλλειμμα θαλπωρής.

Ο πατριάρχης της οικογένειας Φρεντ Τραμπ, ένας σκληρός και αδίστακτος κατασκευαστής που δημιούργησε μια αμύθητη περιουσία χτίζοντας φθηνά, λειτουργικά συγκροτήματα κατοικιών για την εργατική τάξη, δίδασκε στα πέντε παιδιά του ένα και μόνο, απαράβατο δόγμα: ότι στον κόσμο υπάρχουν δύο είδη ανθρώπων: οι «killers» και οι «losers». Και τίποτα άλλο ανάμεσά τους.

Ο Ντόναλντ, το τέταρτο κατά σειρά παιδί, ήταν ένας εξαιρετικά παρατηρητικός μαθητής αυτής της κοσμοθεωρίας.

Βεβαίως, ο καθοριστικός άνθρωπος που σφράγισε τον τρόμο του απέναντι σε κάθε είδους αδυναμία δεν ήταν ο πατέρας του αλλά ο μεγαλύτερος αδελφός του Φρεντ Τζούνιορ. Δηλαδή ο πρωτότοκος γιος της οικογένειας και για κακή του τύχη διάδοχος του Φρεντ του πρεσβύτερου.

Ο Φρέντι ήταν άνθρωπος ευγενικός και μειλίχιος, που αγαπούσε το ψάρεμα και απεχθανόταν το ανελέητο, συχνά βρώμικο κυνήγι του real estate. Ο πατέρας του τον συνέθλιψε ψυχολογικά, θεωρώντας τον εγγενώς αδύναμο. Ο Φρέντι εγκατέλειψε τελικά την εταιρεία για να γίνει πιλότος, εθίστηκε στο αλκοόλ και πέθανε σε ηλικία μόλις 43 ετών.

Ο Ντόναλντ Τραμπ αποκρυστάλλωσε την ελεύθερη πτώση του αδερφού του σαν μια μακάβρια προειδοποίηση. Είδε πώς η καλοσύνη ερμηνεύτηκε ως αδυναμία και τελικά τον οδήγησε στην καταστροφή.

Ο θάνατός του τον σημάδεψε τόσο ώστε ο Τραμπ δεν έβαλε ποτέ σταγόνα αλκοόλ στο στόμα του, δεν κάπνισε ποτέ, και κυρίως ορκίστηκε ότι δε θα επέτρεπε σε κανέναν αντίπαλο, συνεργάτη ή σύντροφο, να τον δει ποτέ ευάλωτο.

First we take Manhattan
Μπορεί ο πατέρας Τραμπ να είχε κερδίσει εκατομμύρια από τα κατασκευαστικά του έργα – μάλιστα διέθετε ετησίως σε κάθε του παιδί ένα ποσό τόσο σεβαστό ώστε ο Ντόναλντ Τραμπ στα 8 του χρόνια ήταν ήδη εκατομμυριούχος -, όμως τα χρήματά του έμοιαζαν καταδικασμένα στην ορφάνια από αίγλη.

Για τον Ντόναλντ Τραμπ αυτός έγινε ο στόχος. Ανέλαβε να γίνει ο ίδιος ο Δούρειος Ίππος που θα εκπορθούσε το κάστρο της νεοϋορκέζικης ελίτ και θα γινόταν ισότιμος συνομιλητής ανθρώπων που απαξιούσαν να σπαταλήσουν για εκείνον ακόμα και ένα βλέμμα.

Για να τους κατακτήσει, έπρεπε να διαβεί τον Ρουβίκωνα ή εν προκειμένω τον πορθμό Ιστ και να καταλάβει το Μανχάταν.

Η ευκαιρία του ήρθε στα μέσα της δεκαετίας του ’70. Η Νέα Υόρκη βρισκόταν σε κοινωνική και οικονομική περιδίνηση, η εγκληματικότητα κάλπαζε και το Μανχάταν άδειαζε. Δίπλα στον σταθμό Grand Central, το πάλαι ποτέ ένδοξο Commodore Hotel ρήμαζε.

Με μαγιά ένα «μικρό δάνειο» του 1 εκατομμυρίου δολαρίων από τον πατέρα του, αλλά κυρίως εκμεταλλευόμενος το πολιτικό δίκτυο που είχε χτίσει παράλληλα με τις κατασκευές του ο Φρεντ Τραμπ, ο 29χρονος τότε Ντόναλντ έκανε το deal που θα του άλλαζε τη ζωή.

Δεν επρόκειτο για μια ακόμα αγοραπωλησία. Στην πραγματικότητα μέσω αυτής της αγοράς ο Τραμπ ακόνισε τις δεξιότητές του στο lobbying.

Κατάφερε να εξασφαλίσει μια καινοφανή, σκανδαλώδη για πολλούς, φοροαπαλλαγή 40 ετών από το δήμο της Νέας Υόρκης. Συνεταιρίστηκε με την αλυσίδα Hyatt, γκρέμισε την παλιά πρόσοψη του ξενοδοχείου και το έντυσε με ανακλαστικό γυαλί. Το νέο Grand Hyatt άνοιξε τις πόρτες του το 1980 με παροιμιώδη εμπορική επιτυχία. Ο Ντόναλντ Τραμπ είχε μόλις αποδείξει ότι η δική του τέχνη θα ήταν το κλείσιμο της συμφωνίας.

Όμως, το πραγματικό θεμέλιο της αυτοκρατορίας του δεν ήταν το μπετόν, αλλά τα μαθήματα που έλαβε εκείνη την εποχή από τον μέντορά του, τον διαβόητο δικηγόρο Ρόι Κον. Ο Κον –ένας άνθρωπος που στο παρελθόν είχε λειτουργήσει ως το μακρύ χέρι του γερουσιαστή Μακάρθι στο κυνήγι μαγισσών των 50s– έγινε ο πνευματικός πατέρας του Ντόναλντ, διδάσκοντάς του την τέχνη του σύγχρονου επικοινωνιακού πολέμου.

Οι κανόνες του ήταν απλοί, κυνικοί και έγιναν το εγχειρίδιο ολόκληρης της ζωής του Τραμπ: «Ποτέ μην παραδέχεσαι την ήττα. Πάντα να επιτίθεσαι πρώτος. Αν σε κατηγορήσουν για κάτι, δημιούργησε έναν μεγαλύτερο αντιπερισπασμό. Και όταν χάνεις, βγες στις κάμερες και δήλωσε εμφατικά ότι μόλις πέτυχες τη μεγαλύτερη νίκη της ζωής σου».

Ο Τραμπ πήρε αυτό το τοξικό manual επιβίωσης, το πασπάλισε με χρυσόσκονη και το μετέτρεψε σε μοχλό εξουσίας.

Λίγα χρόνια αργότερα η Νέα Υόρκη υποδέχτηκε το εμβληματικό Trump Tower στον αριθμό 721-725 της 5ης Λεωφόρου. Ή αλλιώς τον ορισμό της αισθητικής του νεόπλουτου που επαιτεί για την προσοχή των άλλων, η οποία συνοψιζόταν σε χάλκινες προσόψεις, ροζ μάρμαρο, ένα θεόρατο εσωτερικό καταρράκτη και βέβαια ένα ρετιρέ στο οποίο η μαγεία των Βερσαλλιών του Λουδοβίκου ΙΔ΄ συναντούσε την ψυχολογία των καζίνο του Ατλάντικ Σίτι.

Με αυτά και με εκείνα ο Τραμπ είχε καταφέρει να βάλει την υπογραφή του στον ουρανό της πόλης.

Ο αυτοκράτορας της Page Six
Πολύ πριν το Instagram δώσει στον καθένα τη δυνατότητα να σκηνοθετεί μέχρι κεραίας τον εαυτό του, ο Τραμπ αποφάσισε να λειτουργήσει ως influencer της αναλογικής εποχής. Πώς; Χειραγωγώντας τα media, για να βλέπει τον εαυτό του τυπωμένο στις σελίδες των εφημερίδων.

Σε μια από τις πιο σουρεαλιστικές πτυχές της βιογραφίας του αποκαλύφθηκε πως ο ίδιος ο Τραμπ τηλεφωνούσε συχνά-πυκνά στους δημοσιογράφους, προσποιούμενος ότι είναι ο εκπρόσωπος Τύπου του εαυτού του. Χρησιμοποιώντας τα ψευδώνυμα Τζον Μπάρον ή Τζον Μίλερ, και μιλώντας με μια φωνή που ήταν απλώς η δική του αλλά ελαφρώς πιο μπάσα, διέρρεε δήθεν «αποκλειστικές» πληροφορίες.

Ο κύριος Μπάρον με ζήλο και αυταπάρνηση φρόντιζε να ενημερώνει τους ρεπόρτερ για το πόσο υποσχόμενες και μελετημένες ήταν οι επιχειρηματικές κινήσεις του αφεντικού του ή για το ποιες διάσημες γυναίκες, από τη Μαντόνα μέχρι την Κάρλα Μπρούνι, τον πολιορκούσαν τηλεφωνικά.

Ο Τραμπ πουλούσε πλέον ένα lifestyle βγαλμένο από σενάριο σαπουνόπερας. Και τα media της εποχής το λάτρεψαν.

Οικογένεια Τραμπ: Δεσμοί (όχι μόνο) αίματος
Στο σύμπαν του Ντόναλντ Τραμπ η οικογένεια δε λειτουργεί με τους παραδοσιακούς όρους της θαλπωρής ή της ανιδιοτέλειας. Αντιθέτως, ο στενός πυρήνας του μοιάζει περισσότερο με το διοικητικό συμβούλιο μιας πολυεθνικής εταιρίας – ένα ζωντανό, άκρως τοξικό τηλεοπτικό Succession.

Για τον σημερινό ογδοντάχρονο πατριάρχη, οι γυναίκες που στάθηκαν στο πλευρό του και τα παιδιά που φέρουν το επίθετό του δεν ήταν ποτέ μόνο συγγενείς. Υπήρξαν πάντοτε λαμπερά τρόπαια ισχύος, στρατηγικές επεκτάσεις του προσωπικού του brand και πειθήνιοι στρατιώτες σε έναν εξαντλητικό αγώνα για την εύνοιά του.

Η πρώτη του σύζυγος και μητέρα των τριών μεγαλύτερων παιδιών του, η Τσεχοσλοβάκα Ιβάνα, ήταν η απόλυτη 80s power-woman. Με το χαρακτηριστικό, υπερβολικό ξανθό χτένισμά της και ένα κοφτερό επιχειρηματικό ένστικτο που συχνά ξεπερνούσε το δικό του, έγινε η πιο πιστή συμπολεμίστριά του στην κοινωνική και οικονομική του αναρρίχηση.

Όταν, όμως, ο Τραμπ ένιωσε την ανάγκη για δημόσια ανανέωση, η αυλαία της 13χρονης συμπόρευσής τους έπεσε με κρότο. Το διαζύγιό τους μετατράπηκε σε σίριαλ πρώτης γραμμής.

Η εμφάνιση της Μάρλα Μέιπλς στο προσκήνιο –της γυναίκας που φέρεται να χάρισε στα tabloids το θρυλικό, ντροπιαστικό για πολλούς αλλά αποθεωτικό για τον ίδιο πρωτοσέλιδο «Είναι το καλύτερο σεξ που έκανα ποτέ»– ήταν η τρανή απόδειξη πως ο Τραμπ αντιμετώπιζε ακόμα και την αποδόμηση της οικογενειακής του εστίας ως μια αριστουργηματική ευκαιρία για αυτοπροβολή.

Η κόρη που απέκτησαν, η Τίφανι, μεγάλωσε αργότερα στην Καλιφόρνια, λειτουργώντας συχνά ως ο «ξεχασμένος» κρίκος, σε ασφαλή απόσταση από τον σκληρό, νεοϋορκέζικο πυρήνα.

Έπειτα, στη ζωή του μπήκε η Μελάνια. Το μοντέλο από τη Σλοβενία έφερε στο αμερικανικό αφήγημα του Τραμπ μια εντελώς διαφορετική δυναμική. Αποστασιοποιημένη, σέξι αλλά συχνά ανέκφραστη μπροστά στον φακό, η Μελάνια λειτουργεί μέχρι σήμερα ως σφίγγα.

Σε αντίθεση με τις προκατόχους της μοιάζει να έχει επιβάλει με επιτυχία τους δικούς της όρους αυτοσυντήρησης απέναντι στο χάος που παράγει ακατάπαυστα ο σύζυγός της.

Η ίδια, προστατεύοντας με κάθε κόστος τον γιο τους και εσχάτως πολυσυζητημένο Μπάρον, αποτελεί ίσως το μοναδικό κομμάτι του παζλ που ο Τραμπ δεν κατάφερε ποτέ να ελέγξει απόλυτα επικοινωνιακά.

Και φυσικά, υπάρχει η πρώτη γραμμή κρούσης: ο Ντον Τζούνιορ, η Ιβάνκα και ο Έρικ. Πρόκειται για μια τριάδα μεγαλωμένη στα πούπουλα, κυρίως όμως εκπαιδευμένη –όπως ακριβώς και ο ίδιος από τον πατέρα του– να ανταγωνίζεται μέχρι τελικής πτώσεως.

Η Ιβάνκα υπήρξε πάντα η λεγόμενη «χρυσή κόρη», η μόνη που φαινόταν να έχει την ικανότητα να τον μαλακώνει, αποτελώντας το τέλειο, αψεγάδιαστο τηλεοπτικό και εταιρικό πρόσωπο. Και βέβαια θητεύοντας ως εξ απορρήτων προεδρική συνεργάτης στην πρώτη διακυβέρνηση του πατρός της.

Στον αντίποδα, ο Ντον Τζούνιορ, αναζητώντας απεγνωσμένα την προσοχή που στερήθηκε από τον πατέρα του, επέλεξε εντέλει τον ρόλο του επιθετικού, συχνά ακραίου ιδεολογικού φρουρού, αναδεικνύοντας τον εαυτό του σε ίνδαλμα του MAGA κινήματος.

Όσο για τον Έρικ, αρκέστηκε στον πιο αθόρυβο ρόλο του διαχειριστή των επιχειρήσεων. Είναι μια περίπλοκη, σχεδόν μακιαβελική οικογενειακή δυναμική, όπου το κοινό τους επίθετο αποτέλεσε ταυτόχρονα το μεγαλύτερο κληρονομικό προνόμιο αλλά και το πιο βαρύ συμβόλαιο υποταγής.

Ό,τι λάμπει είναι Τραμπ
Όταν στα μέσα της δεκαετίας του ’90 η real estate αυτοκρατορία του Ντόναλντ Τραμπ άρχισε να εμφανίζει ρωγμές, τα καζίνο του στο Ατλάντικ Σίτι αιμορραγούσαν οικονομικά και τα χρέη απειλούσαν να τον εξαφανίσουν, ο ίδιος πιάστηκε από τα (τόσο χαρακτηριστικά) μαλλιά του: σταμάτησε να χτίζει κτίρια και ξεκίνησε να νοικιάζει την υπογραφή του. Το όνομα Τραμπ εκκολάφτηκε σε παγκόσμιο franchise.

Εν μία νυκτί κυκλοφόρησαν στην αγορά μπριζόλες (Trump Steaks), εμφιαλωμένο νερό, επιτραπέζια παιχνίδια, κολόνιες ενώ έκανε την εμφάνισή του ακόμα και ένα αμφιλεγόμενο πανεπιστήμιο. Την ίδια στιγμή, η ποπ κουλτούρα τον αγκάλιασε με ενθουσιασμό.

Ο αστικός μύθος, που αργότερα επιβεβαιώθηκε από σκηνοθέτες, έλεγε πως αν ένα στούντιο ήθελε να κάνει γυρίσματα σε ακίνητο ιδιοκτησίας Τραμπ, υπήρχε μια αδιαπραγμάτευτη ρήτρα στο συμβόλαιο: έπρεπε να γραφτεί μια σκηνή ειδικά για εκείνον.

Έτσι εξηγείται η διάσημη, καλτ εμφάνισή του στο φιλμ «Home Alone 2», τα cameos στο «Sex and the City», στο «The Fresh Prince of Bel-Air», ακόμα και στα ρινγκ του WWE.

“You’re Fired”: Ξαναγράφοντας την ιστορία
Ωστόσο, η πραγματική μεταμόρφωσή του και η στιγμή που έθεσε τα θεμέλια για τη μετέπειτα πορεία του προς τον Λευκό Οίκο ήρθε όταν το 2004 ο ιδιοφυής Βρετανός παραγωγός Mark Burnett του πρότεινε την παρουσίαση του reality show «The Apprentice».

Εκεί ο Τραμπ επανεφηύρε την εικόνα του. Το αριστοτεχνικό μοντάζ τον παρουσίαζε όχι ως έναν επιχειρηματία που προσπαθούσε να αποφύγει τις τράπεζες, αλλά ως τον παντογνώστη, αλάνθαστο CEO. Η φράση «You’re Fired» υπερέβη τα όρια της τηλεόρασης. Έγινε σύνθημα, μότο, viral ατάκα.

Μια ολόκληρη γενιά ψηφοφόρων, που δεν είχε την παραμικρή υπόνοια για τα ταμπλόιντ πρωτοσέλιδα των 80s, γνώρισε τον Τραμπ για πρώτη φορά ως την απόλυτη ενσάρκωση της ηγεσίας. Η τηλεόραση δε χρειάστηκε να καταγράψει την πραγματικότητα. Απλώς να τη σκηνοθετήσει.

Μπέργκερ, μικρόβια και 12 κουτάκια Diet Coke
Οι ιστορικοί του μέλλοντος θα χρειαστούν το δίχως άλλο να εργαστούν σε υπερωρίες για να ερμηνεύσουν και να κατανοήσουν το φαινόμενο του Ντόναλντ Τραμπ – αν δηλαδή μέχρι τότε ο για δεύτερη φορά πλανητάρχης δεν έχει καταργήσει και την Ιστορία στο σαρωτικό πέρασμά του.

Σε κάθε περίπτωση θα ήταν εξόχως άδικο να μην καταγραφούν οι μικρές συνήθειες που τελικά διαμορφώνουν τις μεγάλες αποφάσεις του προέδρου των ΗΠΑ.

Πίσω από τις χρυσές πόρτες και τους καθρέφτες με τις ανάγλυφες κορνίζες, ο τρόπος που ζει και καταναλώνει ο Ντόναλντ Τραμπ στην καθημερινότητά του μοιάζει με ιατρικό παράδοξο. Είναι ίσως ο μοναδικός δισεκατομμυριούχος στον κόσμο που, ενώ έχει πρόσβαση στους κορυφαίους σεφ του πλανήτη, τρέφεται συστηματικά σαν οδηγός νταλίκας σε μεταμεσονύχτιο δρομολόγιο.

Η εμμονή του με το fast food είναι παροιμιώδης. Οι παραγγελίες του από τα McDonald’s (το αγαπημένο του γεύμα αποτελείται συνήθως από δύο Big Mac, δύο Filet-O-Fish και ένα μεγάλο σοκολατούχο milkshake) ή τα buckets από τα KFC δεν είναι μόνο μια ένοχη απόλαυση. Στην πραγματικότητα αποτελούν την ασπίδα του στα μικρόβια – όχι βέβαια και στη χοληστερίνη ή στα τριγλυκερίδια.

Ο Τραμπ είναι δεδηλωμένα μικροβιοφοβικός – στο παρελθόν μάλιστα απέφευγε ακόμα και τις χειραψίες. Έχει δηλώσει λοιπόν πως προτιμά τις μεγάλες αλυσίδες fast food επειδή τα αυστηρά, βιομηχανικά στάνταρ παρασκευής που ακολουθούν εγγυώνται πως κανείς άγνωστος μάγειρας δεν έχει «πειράξει» το φαγητό του.

Οι διατροφικές του ιεροσυλίες δε σταματούν στο γρήγορο και ανθυγιεινό φαγητό. Όταν αποφασίζει να γευματίσει σε ακριβά εστιατόρια, παραγγέλνει την πιο ακριβή κοπή μπριζόλας ψημένη στο απόλυτο όριο (well-done), μέχρι να στεγνώσει τελείως, και κατόπιν την πνίγει στην κέτσαπ.

Όταν τρώει πίτσα, καταναλώνει συστηματικά μόνο την επιφάνεια με τα υλικά, αφήνοντας το ζυμάρι για να «γλιτώνει θερμίδες», όπως υποστηρίζει. Και βέβαια, το καύσιμό του δεν είναι ο καφές, αλλά η Diet Coke.

Πίνει περίπου 12 κουτάκια την ημέρα – μάλιστα, κατά τη διάρκεια της πρώτης θητείας του στον Λευκό Οίκο, είχε εγκαταστήσει ένα διάσημο πλέον κόκκινο κουμπί στο γραφείο του, το οποίο κάθε φορά που πατούσε, ένας μπάτλερ του έφερνε μια παγωμένη Diet Coke σε ασημένιο δίσκο.

Όλος αυτός θερμιδικός Αρμαγεδδών τρέφει έναν οργανισμό που κοιμάται ελάχιστα. Ο Τραμπ περνάει μόλις τρεις με τέσσερις ώρες στο κρεβάτι, ξοδεύοντας το μεγαλύτερο μέρος της νύχτας μπροστά σε τηλεοράσεις και ξεφυλλίζοντας άρθρα που ασχολούνται με το αγαπημένο του θέμα. Ναι, τον εαυτό του.

Ένα προεδρικό σόου χωρίς αυλαία
Αυτές οι ατέλειωτες και πιθανότατα μοναχικές νύχτες του Ντόναλντ Τραμπ μπροστά σε μια οθόνη, περικυκλωμένος από χρυσά αξεσουάρ, πεταμένα jockey καπέλα και άδεια κουτάκια αναψυκτικών είναι ίσως η πιο ειλικρινής απεικόνιση της πραγματικότητάς του.

Σήμερα, διαβαίνοντας το κατώφλι των 80 ετών, ο 47ος πρόεδρος των ΗΠΑ στέκεται όρθιος ως ένα ζωντανό μνημείο της ίδιας του της επιμονής.

Έχει επιβιώσει από σκανδαλώδεις αποκαλύψεις, δημόσιους εξευτελισμούς, ιστορικές παραπομπές, αμέτρητες δίκες, πολιτικούς «θανάτους» και πραγματικές σφαίρες. Για εκείνον, η πολιτική σκηνή δεν ήταν ποτέ ο τελικός προορισμός μιας ιδεολογικής πορείας. Έγινε η μεγαλύτερη, η πιο φωτεινή και προβεβλημένη σκηνή που θα μπορούσε ποτέ να βρει. Το παγκόσμιο prime-time.

Και αν ο μισός πλανήτης τον λατρεύει ως αντισυστημικό μεσσία και ο άλλος μισός τον ξορκίζει ως τη μεγαλύτερη απειλή της σύγχρονης δημοκρατίας, για τον ίδιο ελάχιστη σημασία έχει.

Πίσω από τα συνθήματα, τα κόκκινα καπέλα με το λογότυπο Make America Great Again και το θυμωμένο πρόσωπο, ο Ντόναλντ Τραμπ παραμένει ο ίδιος ανασφαλής έφηβος από το Κουίνς που διδάχτηκε με τον πιο σκληρό τρόπο ότι ο κόσμος είναι αποκλειστικό τσιφλίκι των αδυσώπητων.

Γι’ αυτό και μάλλον ακόμα επιμένει και απαιτεί το όνομά του να είναι γραμμένο με τεράστια, χρυσά γράμματα στην πρόσοψη του κόσμου. Γι’ αυτό και τρέφει την ακλόνητη πεποίθηση ότι κάθε μέρα που περνάει χωρίς τον ίδιο ως παγκόσμιο κεντρικό θέμα συζήτησης είναι μια μέρα που πήγε χαμένη.

Ο Ντόναλντ Τραμπ έτσι έμαθε να επιβεβαιώσει ότι υπάρχει.

tovima.gr 


Ακολουθήστε μας στο Google News για να ενημερώνεστε για τα τελευταία νέα