- Την εξόφληση παραγγελιών στα φυσικά σημεία εξυπηρέτησης και παραλαβής των εταιρειών courier
- Τις παραδόσεις που πραγματοποιούνται με ίδια μέσα του πωλητή
- Τις παραδόσεις προϊόντων και γευμάτων από επιχειρήσεις εστίασης ή τρίτους διανομείς
- Άλλα μοντέλα παράδοσης και παραλαβής προϊόντων που ενδέχεται να υπάγονται σε διαφορετικό καθεστώς
Εφόσον παρόμοιες συναλλαγές αντιμετωπίζονται διαφορετικά ανάλογα με τον τρόπο παράδοσης, υπάρχει κίνδυνος δημιουργίας στρεβλώσεων στον ανταγωνισμό και άνισης μεταχείρισης επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στην ίδια αγορά, επισημαίνει ο GR.EC.A και προσθέτει ότι το ζητούμενο δεν είναι η υποχρεωτική εφαρμογή ταυτόσημων κανόνων σε όλες τις συναλλαγές, αλλά η διασφάλιση ότι κάθε διαφοροποίηση δικαιολογείται αντικειμενικά, εξυπηρετεί συγκεκριμένο δημόσιο συμφέρον και δεν επιβαρύνει δυσανάλογα το ηλεκτρονικό εμπόριο.
Ανάμεσα σε άλλα, ο GR.EC.A αναφέρει στην τοποθέτηση του ότι η προτεινόμενη ρύθμιση θα πρέπει να συνοδεύεται από σαφή τεκμηρίωση ως προς το πρόβλημα που επιχειρεί να αντιμετωπίσει και την αποτελεσματικότητά της στην καταπολέμηση της φοροδιαφυγής. Τονίζουν πως στο πλαίσιο της διαδικασίας δημιουργούνται ηλεκτρονικά δεδομένα σχετικά με την παραγγελία, την αποστολή, την παράδοση και την είσπραξη, ενώ τα εισπραττόμενα ποσά μπορούν να αποδίδονται στις συνεργαζόμενες επιχειρήσεις μέσω τραπεζικών λογαριασμών, δεδομένα που μπορούν να αξιοποιούνται για σκοπούς ελέγχου και διασταύρωσης.
Για τον λόγο αυτό, προτείνουν να εξεταστεί κατά προτεραιότητα η ενίσχυση της διασύνδεσης, της ηλεκτρονικής καταγραφής και της αξιοποίησης των διαθέσιμων συναλλακτικών δεδομένων, αντί της καθολικής απαγόρευσης ενός νόμιμου μέσου πληρωμής, καθώς η επιλογή ενός τόσο περιοριστικού μέτρου οφείλει να στηρίζεται σε τεκμηριωμένη αξιολόγηση των αναμενόμενων οφελών και των λιγότερο περιοριστικών εναλλακτικών λύσεων.
Ο GR.EC.A αναφέρει πως η αντικαταβολή δεν αποτελεί αποκλειστικά έναν τρόπο πληρωμής, αλλά λειτουργεί και ως μηχανισμός οικοδόμησης εμπιστοσύνης μεταξύ καταναλωτή και ηλεκτρονικού καταστήματος, επισημαίνοντας πως η υποχρεωτική χρήση ηλεκτρονικών μέσων πληρωμής κατά την παράδοση ενδέχεται επίσης να δυσχεράνει τη συμμετοχή στο ηλεκτρονικό εμπόριο συγκεκριμένων κατηγοριών καταναλωτών, όπως:
- Ηλικιωμένοι και άτομα με περιορισμένη εξοικείωση με τις ψηφιακές πληρωμές.
- Καταναλωτές που δεν διαθέτουν κάρτα ή πρόσβαση σε κατάλληλα ηλεκτρονικά μέσα πληρωμής.
- Επισκέπτες και τουρίστες που ενδέχεται να αντιμετωπίζουν περιορισμούς στη χρήση των διαθέσιμων μέσων πληρωμής.
- Κάτοικοι απομακρυσμένων και νησιωτικών περιοχών όπου η συνδεσιμότητα ή η πρόσβαση σε χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες μπορεί να είναι περιορισμένη.
Για το κόστος εφαρμογής αναφέρουν πως η περαιτέρω ψηφιοποίηση των πληρωμών μπορεί μακροπρόθεσμα να συμβάλλει στη βελτίωση της αποτελεσματικότητας και στον περιορισμό του κόστους διαχείρισης μετρητών, αλλά δεν είναι δεδομένο ότι τα οφέλη αυτά θα προκύψουν άμεσα ή θα αντισταθμίσουν το αρχικό κόστος προσαρμογής.
Οι επιπτώσεις ενδέχεται να είναι σημαντικότερες για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, τις νεοσύστατες επιχειρήσεις και τα ηλεκτρονικά καταστήματα της περιφέρειας, τα οποία στηρίζονται περισσότερο στην οικοδόμηση σχέσεων εμπιστοσύνης με νέους καταναλωτές.
Παράλληλα, ζητούν να αξιολογηθεί η ανταγωνιστική επίδραση της ρύθμισης σε σχέση με τις μεγάλες διεθνείς πλατφόρμες ηλεκτρονικού εμπορίου. Οι διεθνείς πλατφόρμες διαθέτουν συχνά μεγαλύτερη αναγνωρισιμότητα, σημαντικές οικονομίες κλίμακας και ήδη ανεπτυγμένες υποδομές ηλεκτρονικών πληρωμών, στοιχεία που τους επιτρέπουν να προσαρμόζονται ευκολότερα σε νέες κανονιστικές απαιτήσεις.
Αντίθετα, οι μικρότερες ελληνικές επιχειρήσεις ενδέχεται να αντιμετωπίσουν μεγαλύτερες δυσκολίες προσαρμογής και να απολέσουν ένα σημαντικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα στην εγχώρια αγορά. Συνεπώς, τονίζουν, υπάρχει κίνδυνος η προτεινόμενη ρύθμιση να επιταχύνει τη συγκέντρωση της αγοράς και να ενισχύσει έμμεσα τη θέση μεγάλων διεθνών παικτών έναντι μικρότερων ελληνικών επιχειρήσεων.
Επιπλέον, αναφέρουν ότι ενδεχόμενη μείωση του όγκου των παραγγελιών θα μπορούσε να επηρεάσει ολόκληρη την αλυσίδα αξίας του ηλεκτρονικού εμπορίου, συμπεριλαμβανομένων των εταιρειών ταχυμεταφοράς, των συνεργαζόμενων επιχειρήσεων και της απασχόλησης στον κλάδο.
Ο GR.EC.A. θεωρεί πως η δυνατότητα ολοκλήρωσης μιας παράδοσης δεν θα πρέπει να εξαρτάται αποκλειστικά από τη συνεχή και απρόσκοπτη λειτουργία των τηλεπικοινωνιακών δικτύων, των τερματικών πληρωμών, των τραπεζικών υποδομών και των παρόχων υπηρεσιών πληρωμών, καθώς στην καθημερινή λειτουργία των ταχυμεταφορών είναι πιθανό να προκύψουν περιστατικά όπως:
- Προσωρινή απώλεια σύνδεσης στο διαδίκτυο ή ανεπαρκής κάλυψη δικτύου κινητής τηλεφωνίας.
- Τεχνική βλάβη ή αδυναμία λειτουργίας συσκευής POS ή SoftPOS.
- Προσωρινή διακοπή λειτουργίας τραπεζικών συστημάτων ή υπηρεσιών πληρωμών.
- Αποτυχία εξουσιοδότησης μιας ηλεκτρονικής συναλλαγής για τεχνικούς λόγους.
- Σε τέτοιες περιπτώσεις, η αδυναμία πραγματοποίησης ηλεκτρονικής πληρωμής ενδέχεται να οδηγήσει σε αποτυχημένες παραδόσεις, πρόσθετες διαδρομές, αυξημένο λειτουργικό κόστος και σημαντική ταλαιπωρία των καταναλωτών.
Το ζήτημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία σε περιοχές με περιορισμένη συνδεσιμότητα, καθώς και σε περιόδους αυξημένου όγκου παραδόσεων, όπως η Black Friday και η εορταστική περίοδος. Για τον λόγο αυτό, ο GR.EC.A. τονίζει πως είναι απαραίτητη η θέσπιση σαφούς, ενιαίας και λειτουργικής εναλλακτικής διαδικασίας (fallback mechanism), η οποία θα εφαρμόζεται όταν η ηλεκτρονική πληρωμή δεν είναι τεχνικά εφικτή.
Η διαδικασία αυτή, σύμφωνα με τον GR.EC.A. θα πρέπει να προβλέπει συγκεκριμένους τρόπους ολοκλήρωσης της συναλλαγής, χωρίς να δημιουργεί αδικαιολόγητες επιβαρύνσεις για τον καταναλωτή ή το ηλεκτρονικό κατάστημα, ενώ εκτός αυτού θα πρέπει να εξεταστεί η δυνατότητα κατ’ εξαίρεση εξόφλησης με μετρητά σε αποδεδειγμένες περιπτώσεις τεχνικής αδυναμίας, με τις κατάλληλες δικλείδες καταγραφής και ελέγχου.
Με βάση τα παραπάνω, ο GR.EC.A. θεωρεί ότι η προτεινόμενη διάταξη, με τη σημερινή της μορφή, δεν θα πρέπει να προχωρήσει χωρίς προηγούμενη ουσιαστική επανεξέταση και προτείνει τα εξής
- Την επανεξέταση της προτεινόμενης απαγόρευσης, με γνώμονα την ισότιμη μεταχείριση του φυσικού και του ηλεκτρονικού εμπορίου και την αποφυγή στρεβλώσεων στον ανταγωνισμό.
- Την τεκμηρίωση της αναγκαιότητας και της αποτελεσματικότητας του μέτρου ως προς την αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής, λαμβάνοντας υπόψη τα υφιστάμενα δεδομένα καταγραφής και ιχνηλασιμότητας των συναλλαγών αντικαταβολής.
- Τη διασφάλιση της ελευθερίας επιλογής και της ισότιμης πρόσβασης των καταναλωτών, με ιδιαίτερη μέριμνα για ευάλωτες ομάδες και πολίτες που δεν διαθέτουν ή δυσκολεύονται να χρησιμοποιήσουν ηλεκτρονικά μέσα πληρωμής.
- Την αξιολόγηση των επιπτώσεων στην ανταγωνιστικότητα των ελληνικών επιχειρήσεων, ιδιαίτερα των μικρομεσαίων και νεοσύστατων e-shops, καθώς και των πιθανών επιπτώσεων στον ανταγωνισμό με μεγάλες διεθνείς πλατφόρμες ηλεκτρονικού εμπορίου.
- Την εκπόνηση ολοκληρωμένης μελέτης οικονομικών και επιχειρησιακών επιπτώσεων, συμπεριλαμβανομένου του πρόσθετου κόστους τεχνολογικής προσαρμογής, του κινδύνου μετακύλισης χρεώσεων και της ανάγκης διασφάλισης της επιχειρησιακής συνέχειας σε περιπτώσεις τεχνικών προβλημάτων.
- Την αποσαφήνιση του πεδίου εφαρμογής της διάταξης, προκειμένου να αντιμετωπιστούν πιθανές διαφοροποιήσεις μεταξύ εναλλακτικών μοντέλων πώλησης, παράδοσης και παραλαβής.
- Την εξέταση λιγότερο περιοριστικών εναλλακτικών μέτρων, όπως η ενίσχυση της ηλεκτρονικής καταγραφής, της διασύνδεσης πληροφοριακών συστημάτων και της φορολογικής ιχνηλασιμότητας.
- Την πρόβλεψη επαρκούς μεταβατικής περιόδου και σαφών διαδικασιών αντιμετώπισης τεχνικών προβλημάτων, εφόσον τελικά αποφασιστεί η εφαρμογή σχετικής ρύθμισης.
- Την έναρξη ουσιαστικού διαλόγου με τους εκπροσώπους της αγοράς, συμπεριλαμβανομένων των επιχειρήσεων ηλεκτρονικού εμπορίου, των ταχυμεταφορών, των παρόχων υπηρεσιών πληρωμών και των εκπροσώπων των καταναλωτών









