Ο τουρισμός, η εστίαση και το λιανεμπόριο παραμένουν οι βασικοί «κινητήρες» της οικονομικής δραστηριότητας
Το μεγαλύτερο μέρος της αύξησης του ΑΕΠ και της απασχόλησης τα τελευταία χρόνια καταγράφεται σε κλάδους χαμηλής παραγωγικότητας και χαμηλών αμοιβών, όπως είναι ο τουρισμός, η εστίαση, το λιανεμπόριο και άλλες υπηρεσίες. Το παράδοξο αυτού του φαινομένου είναι η ανάπτυξη να αποτυπώνεται στους δείκτες, αλλά να μην μεταφράζεται σε ουσιαστική άνοδο των εισοδημάτων.
Τα στοιχεία της Eurostat για την ακαθάριστη προστιθέμενη αξία δείχνουν ότι στην Ελλάδα πάνω από το 60% της αύξησης της απασχόλησης την περίοδο 2023–2025 προήλθε από υπηρεσίες χαμηλής και μεσαίας προστιθέμενης αξίας. Ο τουρισμός, η εστίαση και το λιανεμπόριο παραμένουν οι βασικοί «κινητήρες» της οικονομικής δραστηριότητας, σε αντίθεση με τη μεταποίηση, την τεχνολογία και τις εξαγωγικές υπηρεσίες, που αυξάνονται με σαφώς βραδύτερο ρυθμό. Είναι ενδεικτικό ότι η παραγωγικότητα ανά ώρα εργασίας στην Ελλάδα διαμορφώνεται περίπου 35–40% χαμηλότερα από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, με το μεγαλύτερο χάσμα να εντοπίζεται ακριβώς στους κλάδους όπου συγκεντρώνεται η απασχόληση.
Σε αυτούς τους κλάδους, το οικονομικό αποτέλεσμα ανά εργαζόμενο είναι περιορισμένο. Σύμφωνα με τα συγκριτικά στοιχεία της Eurostat, ένας εργαζόμενος στις υπηρεσίες φιλοξενίας και εστίασης στην Ελλάδα παράγει σχεδόν τη μισή προστιθέμενη αξία από έναν αντίστοιχο εργαζόμενο στη βιομηχανία ή στις επαγγελματικές υπηρεσίες υψηλής ειδίκευσης. Όταν η ανάπτυξη στηρίζεται σε περισσότερες ώρες εργασίας και όχι σε μεγαλύτερη αξία ανά ώρα, τα περιθώρια για αυξήσεις μισθών παραμένουν μικρά. Έτσι, ακόμη και σε περιβάλλον αύξησης του ΑΕΠ και μείωσης της ανεργίας, οι πραγματικοί μισθοί δυσκολεύονται να ακολουθήσουν, ιδιαίτερα όταν το κόστος ζωής και κυρίως η στέγαση και οι υπηρεσίες, απορροφούν μεγάλο μέρος των ονομαστικών αυξήσεων.
Ο προσανατολισμός της ανάπτυξης
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο ο κλάδος, αλλά και το μέγεθος του. Η ελληνική οικονομία παραμένει μία από τις πιο κατακερματισμένες στην Ευρώπη. Σύμφωνα με τα τελευταία συγκριτικά στοιχεία της Eurostat, πάνω από το 95% των επιχειρήσεων στην Ελλάδα απασχολούν λιγότερους από 10 εργαζόμενους. Πιο κρίσιμο όμως είναι ότι οι πολύ μικρές επιχειρήσεις παράγουν δυσανάλογα μεγάλο μέρος της απασχόλησης, αλλά μικρό μέρος της συνολικής προστιθέμενης αξίας. Με απλά λόγια, πολλοί εργαζόμενοι μοιράζονται μικρό οικονομικό αποτέλεσμα.
Σε μια τέτοια δομή, η διαπραγματευτική ισχύς είναι περιορισμένη σε όλα τα επίπεδα. Οι μικρές επιχειρήσεις δεν μπορούν εύκολα να αυξήσουν τιμές, να επενδύσουν σε τεχνολογία ή να απορροφήσουν αυξήσεις κόστους χωρίς να πιεστούν τα περιθώριά τους. Αυτό εξηγεί γιατί, παρά την αύξηση της απασχόλησης, οι μέσες αμοιβές κινούνται αργά και συχνά υστερούν του πληθωρισμού.
Το κενό σε σχέση με την Ευρώπη
Η σύγκριση με την Ευρωζώνη είναι αποκαλυπτική. Στη Γερμανία, τη Γαλλία και τις σκανδιναβικές χώρες, οι επιχειρήσεις μεσαίου και μεγάλου μεγέθους συγκεντρώνουν το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής και των εξαγωγών. Εκεί, η αύξηση του ΑΕΠ περνά πιο εύκολα στους μισθούς. Στην Ελλάδα, αντίθετα, η ανάπτυξη «σπάει» σε μικρά κομμάτια, με πολλές επιχειρήσεις, χαμηλή παραγωγικότητα ανά εργαζόμενο και περιορισμένη δυνατότητα για συλλογική ή ατομική διαπραγμάτευση αμοιβών.
Το επόμενο κομμάτι του παζλ είναι οι επενδύσεις ή ακριβέστερα, το πού κατευθύνονται. Παρά τη βελτίωση των συνολικών μεγεθών, ο σχηματισμός παγίου κεφαλαίου στην Ελλάδα παραμένει χαμηλότερος από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως ποσοστό του ΑΕΠ. Ακόμη πιο κρίσιμη είναι η σύνθεση, με μεγάλο μέρος των επενδύσεων να κατευθύνεται σε κατασκευές, ακίνητα και τουριστικές υποδομές, κλάδους που αυξάνουν βραχυπρόθεσμα το ΑΕΠ αλλά δεν αλλάζουν την παραγωγικότητα της εργασίας με διατηρήσιμο τρόπο. Όταν οι επενδύσεις δεν αυξάνουν το παραγόμενο προϊόν ανά εργαζόμενο, δεν δημιουργούν και τον χώρο για ουσιαστικές αυξήσεις μισθών.
Η κατεύθυνση των επενδύσεων δεν είναι τυχαία. Σε μια οικονομία με πολλές μικρές επιχειρήσεις, περιορισμένη πρόσβαση σε τραπεζική χρηματοδότηση και υψηλό κόστος κεφαλαίου, τα κεφάλαια αναζητούν το πιο «ασφαλές» μονοπάτι. Τα ακίνητα και ο τουρισμός προσφέρουν προβλεψιμότητα εσόδων και γρήγορη απόδοση, σε αντίθεση με τη βιομηχανία, την τεχνολογία ή την εξαγωγική μεταποίηση που απαιτούν κλίμακα, χρόνο και ρίσκο. Έτσι, ακόμη και όταν υπάρχει επενδυτικό ενδιαφέρον, αυτό σπάνια κατευθύνεται σε κλάδους που θα μπορούσαν να αλλάξουν τη δομή της οικονομίας και να ανεβάσουν την παραγωγικότητα συνολικά.
Το αποτέλεσμα είναι ένας φαύλος κύκλος. Η ανάπτυξη στηρίζεται σε κλάδους χαμηλής παραγωγικότητας, οι επιχειρήσεις παραμένουν μικρές, οι επενδύσεις επιλέγουν χαμηλό ρίσκο και όχι τεχνολογική αναβάθμιση, οι μισθοί δεν ανεβαίνουν ουσιαστικά και τελικά η κατανάλωση στηρίζει ξανά τους ίδιους κλάδους. Έτσι εξηγείται γιατί η αύξηση του ΑΕΠ δεν «μεταφράζεται» σε βελτίωση εισοδημάτων, αλλά ανακυκλώνεται μέσα στο ίδιο παραγωγικό σχήμα.
Η κατεύθυνση της ανάπτυξης αλλάζει μόνο όταν αλλάζει η ροή των επενδύσεων. Στην Ελλάδα, αυτό δεν έχει συμβεί, καθώς οι πόροι (δημόσιοι και ιδιωτικοί) δεν κατευθύνονται συστηματικά σε δραστηριότητες με υψηλή προστιθέμενη αξία, εξαγωγικό προσανατολισμό και δυνατότητα κλίμακας. Χωρίς αυτή τη μετατόπιση, η οικονομία μπορεί να αναπτύσσεται άλλα όσο δεν βαθαίνει, τόσο οι μισθοί θα συνεχίσουν να κινούνται πιο αργά από το κόστος ζωής.
Πηγή: ΟΤ
Ακολουθήστε μας στο Google News για να ενημερώνεστε για τα τελευταία νέα









