Ο Αμερικανός πρόεδρος δεν στοχεύει πρωτίστως σε αλλαγή καθεστώτος
Η συζήτηση για το Ιράν επιστρέφει —όπως σχεδόν πάντα— στο ίδιο ερώτημα: θα επιχειρήσει ο Ντόναλντ Τραμπ την ανατροπή του καθεστώτος ή απλώς θα το πιέσει μέχρι να υποχωρήσει;
Παρά τη σκληρή ρητορική, τις αναφορές σε «πολύ ισχυρές επιλογές» και τις εικόνες φρίκης από την καταστολή των διαδηλώσεων, τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι ο Αμερικανός πρόεδρος δεν στοχεύει πρωτίστως σε αλλαγή καθεστώτος.
Αυτό που επιδιώκει είναι κάτι πιο περιορισμένο — αλλά εξίσου φιλόδοξο: αλλαγή συμπεριφοράς της Τεχεράνης και επαναφορά της στο τραπέζι μιας συμφωνίας για τα πυρηνικά, υπό δυσμενέστερους για το Ιράν όρους.
Το όριο της ισχύος: γιατί το Ιράν δεν είναι Βενεζουέλα
Η επιτυχία της επιχείρησης στη Βενεζουέλα δημιούργησε στον Λευκό Οίκο την αίσθηση ότι η αποφασιστική χρήση ισχύος αποδίδει. Όμως το Ιράν αποτελεί διαφορετική κατηγορία κινδύνου.
Πρόκειται για μάχιμο, θεσμικά εδραιωμένο καθεστώς, με βαθιές δομές ασφαλείας, στρατηγικό βάθος και σημαντικό οπλοστάσιο. Η απομάκρυνση ενός προσώπου ή μια θεαματική επιχείρηση δεν αρκεί για να «λυγίσει» το σύστημα εξουσίας. Αντίθετα, θα μπορούσε να προκαλέσει ανεξέλεγκτη αποσταθεροποίηση — το σενάριο που η Ουάσιγκτον φοβάται περισσότερο.
Αυτό εξηγεί γιατί ένα «μοντέλο Καράκας» για την Τεχεράνη θεωρείται σχεδόν εκτός συζήτησης.
Η σκιά του 1980 και το πολιτικό κόστος
Ο Τραμπ δείχνει να έχει πλήρη επίγνωση των κινδύνων μιας άμεσης στρατιωτικής εμπλοκής. Η αναφορά του στην αποτυχημένη επιχείρηση διάσωσης των Αμερικανών ομήρων το 1980 δεν ήταν τυχαία.
Εκείνη η επιχείρηση δεν κατέληξε απλώς σε στρατιωτική αποτυχία, αλλά σε πολιτική καταστροφή για τον Τζίμι Κάρτερ.
Το μήνυμα είναι σαφές: η εικόνα ισχύος είναι χρήσιμη, η εικόνα αποτυχίας στο Ιράν είναι καταστροφική.
Πίεση αντί ανατροπή
Αναλυτές στην Ουάσιγκτον συγκλίνουν στην εκτίμηση ότι ο στόχος του Τραμπ είναι να επηρεάσει τη συμπεριφορά του καθεστώτος, όχι να το ανατρέψει.
Η λογική είναι τριπλή:
- Οι κίνδυνοι της αλλαγής καθεστώτος είναι δυσανάλογοι
- Ένα κενό εξουσίας στο Ιράν θα μπορούσε να οδηγήσει σε εμφύλια σύγκρουση, διάσπαση της χώρας ή ανεξέλεγκτη κλιμάκωση στην περιοχή
- Το πυρηνικό πρόγραμμα είναι το πραγματικό διακύβευμα
- Η Ουάσιγκτον θέλει δεσμεύσεις, επιθεωρήσεις και περιορισμούς — όχι χάος
- Η καταστολή λειτουργεί ως μοχλός πίεσης
- Όσο αυξάνεται το κόστος για το καθεστώς, τόσο μεγαλώνει το κίνητρο για διαπραγμάτευση.
Το διπλό μήνυμα της Ουάσιγκτον
Δημόσια, η Τεχεράνη εμφανίζεται αδιάλλακτη. Ιδιωτικά, όμως, η εικόνα είναι διαφορετική. Ο Λευκός Οίκος αφήνει να εννοηθεί ότι υπάρχουν δίαυλοι επικοινωνίας και μηνύματα πρόθεσης για διάλογο, κυρίως γύρω από το πυρηνικό πρόγραμμα.
Δεν είναι τυχαίο ότι φωνές στο εσωτερικό της αμερικανικής διοίκησης —μεταξύ αυτών και ο αντιπρόεδρος JD Vance— επιμένουν ότι η διπλωματία πρέπει να προηγηθεί. Η θέση τους συνοψίζεται σε ένα επιχείρημα: η πραγματική νίκη είναι μια συμφωνία, όχι μια σύγκρουση.
Το δίλημμα της «ελεγχόμενης» βίας
Εδώ βρίσκεται και το πιο λεπτό σημείο της στρατηγικής Τραμπ. Ένα περιορισμένο πλήγμα —στρατιωτικό, κυβερνοχώρου ή ψυχολογικών επιχειρήσεων— θα μπορούσε:
- να στείλει μήνυμα ισχύος στο καθεστώς,
- να ενθαρρύνει τους διαδηλωτές,
- να αυξήσει την πίεση για διαπραγματεύσεις.
Όμως, όπως προειδοποιούν αναλυτές του Chatham House, υπάρχει πάντα ο κίνδυνος του αντίθετου αποτελέσματος: συσπείρωση γύρω από τη σημαία και σκλήρυνση της στάσης της Τεχεράνης.
Ο τελικός στόχος
Αν απογυμνώσει κανείς τη ρητορική από τον θόρυβο, η στρατηγική του Τραμπ στο Ιράν φαίνεται λιγότερο ιδεολογική και περισσότερο συναλλακτική:
- πίεση χωρίς πλήρη ρήξη,
- απειλή χωρίς ανεξέλεγκτη κλιμάκωση,
- συμφωνία χωρίς αλλαγή καθεστώτος.
Το ερώτημα δεν είναι αν μπορεί να ασκήσει πίεση. Είναι αν μπορεί να το κάνει χωρίς να πυροδοτήσει έναν πόλεμο που δεν θέλει — και δεν αντέχει — να κερδίσει.
Ακολουθήστε μας στο Google News για να ενημερώνεστε για τα τελευταία νέα









