Του Βασίλη Αγγελόπουλου – Σε μια χώρα, που δεν κατάφερε να κερδίσει το στοίχημα του πληθωρισμού κατά την τελευταία τετραετία, είναι λογικό να δημιουργείται φόβος για περαιτέρω αύξησή του
Ο πόλεμος στο Ιράν (όσο αναμενόμενος και αν ήταν) προκαλεί εύλογη αναταραχή. Η αύξηση στις τιμές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου και οι πληθωριστικές πιέσεις που ασκούν, ασφαλώς και δεν περνούν απαρατήρητες.
Σε μια χώρα, που δεν κατάφερε να κερδίσει το στοίχημα του πληθωρισμού κατά την τελευταία τετραετία, είναι λογικό να δημιουργείται φόβος για περαιτέρω αύξησή του. Όλα αυτά, ενώ μετράμε αντίστροφα για να ανακοινώσει η Κυβέρνηση την αύξηση στον κατώτατο μισθό! Μια αύξηση που αφορά άμεσα περίπου 600.000 εργαζόμενους και επιδρά με σαφώς μεγαλύτερη πίεση στις πιο μικρές επιχειρήσεις, οι οποίες εν καιρώ ακρίβειας και ευρύτερης ανασφάλειας, θα υποχρεωθούν να αυξήσουν και τις αποδοχές που καταβάλλουν…
Η εξίσωση είναι δύσκολη και η πολιτική ηγεσία του υπουργείου Εργασίας, καλείται να τη λύσει και μάλιστα, άμεσα. Οι αρχικές εκτιμήσεις ήθελαν να προκύπτει αύξηση, από την 1η Απριλίου, κοντά στα 50 ευρώ (μικτά). Έτσι, από τα 880 ευρώ που είναι σήμερα οι βασικές αποδοχές, θα ανέλθουν στα 930 ευρώ και θα πλησιάσουν αρκετά το όριο των 950 ευρώ, που έχει τεθεί από τον ίδιο τον πρωθυπουργό, Κυριάκο Μητσοτάκη, για το 2027. Μάλιστα, υπήρχε τέτοια αισιοδοξία, που πηγές από το οικονομικό επιτελείο διέρρεαν όλο το προηγούμενο διάστημα πως ο ρυθμός ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας, αφήνει περιθώριο για αύξηση στον κατώτατο το 2027, που θα μπορούσε να οδηγήσει πολύ κοντά στα 1.000 ευρώ τις βασικές αποδοχές.
Προφανώς, μεσούσης της εμπόλεμης κατάστασης στη Μέση Ανατολή, όλες αυτές οι (έτσι και αλλιώς) υπερ – αισιόδοξες εκτιμήσεις που έκρυβαν και ψηφοθηρικούς σκοπούς, αναθεωρούνται από μηδενικής βάσης.
Από την άλλη πλευρά, τυχόν μικρή αύξηση φέτος (πχ 20 – 30 ευρώ) που θα οδηγούσε τον κατώτατο μισθό στα 900 – 910 ευρώ μικτές αποδοχές, μάλλον θα δυσαρεστήσει χιλιάδες εργαζόμενους, στους οποίους όλο το προηγούμενο διάστημα, έχουν καλλιεργηθεί υψηλότερες προσδοκίες. Και αυτό είναι κάτι που η Κυβέρνηση θέλει οπωσδήποτε να αποφύγει, μιας και οι σημερινοί (δυσαρεστημένοι) εργαζόμενοι, είναι αυριανοί (οργισμένοι) ψηφοφόροι…
Η πίεση που ασκείται όμως στις επιχειρήσεις, είναι έτσι και αλλιώς πολύ μεγάλη. Ο κίνδυνος μιας μακράς πολεμικής σύρραξης, φαντάζει ορατός. Σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο, πώς θα μπορέσουν δεκάδες χιλιάδες μικρές (κυρίως) επιχειρήσεις να επιβιώσουν; Με τις αυξήσεις στις πρώτες ύλες να είναι από ραγδαίες έως ανεξέλεγκτες, εάν έρθει και η προσθήκη του αυξημένου κατώτατου μισθού, ποια θα είναι η τύχη τους; Ποιος μπορεί να αποκλείσει απότομη αντιστροφή της πορείας; Αυτό θα σημαίνει απολύσεις, ή λουκέτα και μαζική φυγή εργαζομένων προς την ανεργία. Πρόκειται για εφιαλτικό σενάριο, που καμία Κυβέρνηση δεν θα ήθελε να της τύχει, ειδικά λίγο πριν από την προσφυγή στις κάλπες.
Η λύση που θα μπορούσε να προκύψει μέσω των Συλλογικών Συμβάσεων, δεν μπορεί να παράγει άμεσα αποτελέσματα. Αν οι συλλογικές διαπραγματεύσεις είχαν στηριχθεί το μακρινό 2021, μετά την πανδημία, ίσως τώρα να είχαμε σημαντικές συμφωνίες, σε κρίσιμους κλάδους της οικονομίας. Όταν όμως η συγκεκριμένη παρέμβαση έγινε στις αρχές της τρέχουσας χρονιάς, δεν μπορούμε να περιμένουμε θαύματα σε σύντομο χρονικό διάστημα. Έτσι, δεν μπορούμε να περιμένουμε αποδοχές (ανά κλάδο) που θα συμβαδίζουν με τα προβλήματα της εποχής. Όλα αυτά ενώ χιλιάδες εργαζόμενοι περιμένουν μόνο από τον κατώτατο μισθό κάτι καλύτερο, για να περιορίσουν κάπως τις πληθωριστικές πιέσεις της τελευταίας τετραετίας.
Προφανώς η Κυβέρνηση καθυστέρησε. Και τώρα κινδυνεύει να πληρώσει τα σπασμένα. Είτε θα δυσαρεστήσει τους εργαζόμενους, αποφασίζοντας μικρή αύξηση του κατώτατου μισθού είτε θα δυσαρεστήσει τις επιχειρήσεις, επιλέγοντας μεγάλη αύξηση στις βασικές αποδοχές του ιδιωτικού τομέα. Δύσκολη εξίσωση…
Πηγή: ΝΑΥΤΕΜΠΟΡΙΚΗ
Ακολουθήστε μας στο Google News για να ενημερώνεστε για τα τελευταία νέα









