Οικονομία 12.02.2026, 18:57

Επιβράδυνση μισθών στην Ευρωζώνη, παγίδα σύγκλισης για την Ελλάδα

Οι αυξήσεις περιορίζονται κάτω από το 3% το 2026, ενώ η χαμηλή κάλυψη από συλλογικές συμβάσεις και η μικρή μισθολογική βάση κρατούν την ελληνική αγορά εργασίας μακριά από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο

Οι μισθοί θα εμφανίσουν επιβράδυνση στους ρυθμούς ανάπτυξης, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της ΕΚΤ, γεγονός που θα διατηρήσει την ψαλίδα μεταξύ των χωρών που ήδη έχουν υψηλό επίπεδο αποδοχών και όσων υπολείπονται του μέσου όρου. Οι προβλέψεις για το 2026 για την Ελλάδα δείχνουν ότι αν και η ανεργία υποχωρεί και ο αριθμός των απασχολούμενων ξεπερνά τα 4,3 εκατομμύρια, η δυναμική της αύξηση των μισθών δεν θα είναι τέτοια ώστε να καλύψει την απόσταση της με τις υπόλοιπες χώρες της Ευρωζώνης.

Ο επικαιροποιημένος wage tracker, με στοιχεία για τις συμβάσεις εργασίας έως και τα μέσα Ιανουαρίου 2026, δείχνει ότι οι μισθοί θα «επιβραδυνθούν» σε ότι αφορά τις αυξήσεις στο 2,4% το 2026 από 3,2% το 2025. Χωρίς τον υπολογισμό των μπόνους η αύξηση το 2026 διαμορφώνεται στο 2,7% έναντι 3,0%. Εξαιρώντας πλήρως τις εφάπαξ πληρωμές, η αύξηση υποχωρεί από 3,9% το 2025 στο 2,7% το 2026.

Η τάση είναι καθαρή, με το ρυθμό αύξηση των μισθών να διαμορφώνεται κάτω από το 3%. Για οικονομίες με ήδη υψηλό επίπεδο αποδοχών, αυτή η εξέλιξη σημαίνει σταθεροποίηση. Για την Ελλάδα, όπου η βάση παραμένει χαμηλή, σημαίνει περιορισμό του περιθωρίου σύγκλισης.

Η ανάλυση των τριμηνιαίων στοιχείων της ΕΚΤ δείχνει ότι η επιβράδυνση δεν είναι παροδική, καθώς για το πρώτο εξάμηνο η εκτίμηση είναι για αυξήσεις 2,1% και για το δεύτερο εξάμηνο 2,7%. Όπως σημειώνει η ΕΚΤ οι αποκλίσεις μεταξύ των χωρών της Ευρωζώνης στις μισθολογικές πιέσεις είναι χαμηλότερες το 2026 σε σχέση με τα προηγούμενα έτη. Κύρια αιτία είναι ότι η μεταπληθωριστική περίοδος έντονων αναπροσαρμογών κλείνει και αναλόγως επηρεάζονται οι μισθοί.

Μισθοί και το ελληνικό πρόβλημα

Τα στοιχεία της ΕΚΤ πέρα από τους χαμηλότερους ρυθμούς αύξησης των μισθών, αποκαλύπτουν και τεράστιο πρόβλημα της χαμηλής κάλυψης των εργαζομένων από συλλογικές συμβάσεις. Σε αυτό ακριβώς το στοιχείο εντοπίζεται η ελληνική ιδιαιτερότητα καθώς η κάλυψη εργαζομένων από συλλογικές συμβάσεις, δηλαδή το ποσοστό εργαζομένων που «βλέπει» άμεσα τις αυξήσεις διαμορφώνεται:

  • στο 10,3% το τέταρτο τρίμηνο 2025
  • στο 10,1% το πρώτο τρίμηνο 2026

Εντελώς διαφορετική ωστόσο είναι η εικόνα στις υπόλοιπες χώρες της Ευρωζώνης. Ενδεικτικά:

  • Βέλγιο: 44%
  • Γερμανία: 45%
  • Ισπανία: 49%
  • Ολλανδία: 62%
  • Φινλανδία: 63%

Ο μέσος όρος των συμμετεχουσών χωρών της Ευρωζώνης υποχωρεί στο 33,1% για το 2026, με 49,9% το 2025. Η Ελλάδα βρίσκεται σταθερά στην τελευταία θέση.

Αυτό σημαίνει ότι το 2,4%–2,7% αυξηση των μισθών της Ευρωζώνης δεν αφορά παρά ένα πολύ περιορισμένο τμήμα της ελληνικής αγοράς εργασίας. Η διάχυση των αυξήσεων είναι περιορισμένη, ιδιαίτερα σε μια οικονομία όπου το 88% των επιχειρήσεων απασχολεί έως 10 εργαζόμενους.

Το επίσης αρνητικό της επιβράδυνσης των ευρωπαϊκών αυξήσεων, είναι οτι συμπίπτει με μια ελληνική αγορά εργασίας χαμηλής μισθολογικής βάσης. Σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία:

  • 60,8% των εργαζομένων λαμβάνουν έως 1.200 ευρώ μικτά
  • 36,5% βρίσκονται κάτω από τα 1.000 ευρώ μικτά
  • Ο μέσος μισθός διαμορφώνεται στα 1.362 ευρώ μικτά

Σε αυτό το επίπεδο αποδοχών, αύξηση 2,7% σημαίνει περίπου 30–35 ευρώ μικτά τον μήνα για έναν εργαζόμενο με 1.100 ευρώ μισθό. Σε καθαρούς όρους, η ενίσχυση είναι ακόμη χαμηλότερη. Την ίδια στιγμή, η παραγωγικότητα εργασίας στην Ελλάδα παραμένει περίπου 20% χαμηλότερη από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης. Η δυνατότητα διατηρήσιμων αυξήσεων περιορίζεται από τη χαμηλή προστιθέμενη αξία ανά εργαζόμενο.

Το αποτέλεσμα είναι η Ευρώπη να φρενάρει σε αυξήσεις από υψηλότερη βάση, ενώ η Ελλάδα φρενάρει από χαμηλότερη.

Πηγή: ΟΤ


Ακολουθήστε μας στο Google News για να ενημερώνεστε για τα τελευταία νέα