Συμβάσεις με ποσά που προσεγγίζουν τις 30.000 ευρώ, επαναλαμβανόμενες προμήθειες υγειονομικών υλικών και κρίσιμες ανάγκες νοσοκομειακών τμημάτων – Τι επισήμαναν η κ. Νάνσυ Τζαβάρα και ο κ. Δημήτρης Βρύσαλης
Η κάλυψη ζωτικών αναγκών στα δημόσια νοσοκομεία φαίνεται πως περνά, σε αρκετές περιπτώσεις, μέσα από μια πρακτική θεσμικά προβλεπόμενη, αλλά όχι απαλλαγμένη από προβληματισμούς, ιδίως όταν επαναλαμβάνεται για την προμήθεια ίδιων ή συναφών υλικών.
Πρόκειται για τις απευθείας αναθέσεις, μια διαδικασία που μπορεί να αποδεικνύεται αναγκαία προκειμένου να μη διαταραχθεί η λειτουργία κρίσιμων νοσοκομειακών τμημάτων, εγείροντας παράλληλα ερωτήματα για τον έγκαιρο προγραμματισμό, τη χρηματοδότηση και την αποτελεσματικότητα των κεντρικών προμηθειών.
Η ορθή διαδικασία για μια προμήθεια ή ένα έργο στο δημόσιο είναι ο ανοιχτός μειοδοτικός διαγωνισμός, που εξασφαλίζει αφενός διαφάνεια κι αφετέρου την πιο συμφέρουσα οικονομικά λύση για το δημόσιο. Ωστόσο, οι διαγωνισμοί είναι χρονοβόροι και έχουν πολλή γραφειοκρατία και προϋποθέτουν τον ορθό προγραμματισμό και τον υπολογισμό των σχετικών κονδυλίων στον προϋπολογισμό των ιδρυμάτων. Κάτι που συχνά, υπό το βάρος της αμείλικτης πραγματικότητας και των επειγουσών αναγκών, όχι μόνο δεν είναι πρακτικό, αλλά συχνότατα είναι αδύνατο.
Οπότε οι απευθείας αναθέσεις είναι μια χρήσιμη πρακτική για την κάλυψη επειγουσών αναγκών στα δημόσια νοσοκομεία, αλλά ενέχουν συχνά τον κίνδυνο καταχρήσεων. Για τον λόγο αυτό, το θεσμικό πλαίσιο ορίζει συγκεκριμένα χρηματικά όρια ανάλογα με το αντικείμενο της σύμβασης, προκειμένου να διασφαλίζεται η νομιμότητα και η διαφάνεια των διαδικασιών.
Ειδικότερα, η ορθή εφαρμογή της διαδικασίας επιτρέπει τις απευθείας αναθέσεις έως το ποσό των 30.000 ευρώ (χωρίς ΦΠΑ) για τις τρέχουσες λειτουργικές ανάγκες των ιδρυμάτων. Αντίστοιχα, προβλέπεται ένα αυξημένο όριο έως τις 60.000 ευρώ (χωρίς ΦΠΑ), το οποίο όμως ισχύει κατ’ εξαίρεση και αποκλειστικά για συγκεκριμένες κατηγορίες συμβάσεων.
Η «Νέα Κρήτη», εξετάζοντας αναρτήσεις στο Κεντρικό Ηλεκτρονικό Μητρώο Δημοσίων Συμβάσεων (ΚΗΜΔΗΣ), εντόπισε σειρά απευθείας αναθέσεων του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου Ηρακλείου (ΠΑΓΝΗ), με ποσά που σε αρκετές περιπτώσεις βρίσκονται πολύ κοντά στο όριο των 30.000 ευρώ, από ίδια τμήματα προς ίδιους προμηθευτές και κοινές ημερομηνίες, «σπασμένες» παραγγελίες. Ενώ, αντίστοιχα φαινόμενα απευθείας αναθέσεων, αν και με μικρότερη συχνότητα, παρατηρήθηκαν και στο Βενιζέλειο Νοσοκομείο.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι για το ΠαΓΝΗ, αρκετές από τις καταχωρίσεις αφορούν προμήθειες αναλώσιμων υγειονομικών υλικών για το Αιμοδυναμικό Τμήμα και τη Μονάδα Επεμβατικής Ακτινολογίας – Αγγειογραφίας, δηλαδή τμήματα με εξειδικευμένες ανάγκες, στα οποία η έγκαιρη διαθεσιμότητα των κατάλληλων υλικών έχει καθοριστική σημασία για τη συνέχιση των ιατρικών πράξεων.
Τους λόγους για τους οποίους ακολουθείται η συγκεκριμένη πρακτική, εξήγησαν στη «Νέα Κρήτη» η κ. Νάνσυ Τζαβάρα, αναπληρώτρια εκπρόσωπος των εργαζομένων στο Διοικητικό Συμβούλιο του ΠαΓΝΗ και αναπληρώτρια γραμματέας του Σωματείου Εργαζομένων ΠαΓΝΗ, ενώ θέση έλαβε και ο πρόεδρος του Σωματείου Εργαζομένων του ΠαΓΝΗ, Δημήτρης Βρύσαλης.
Τι δείχνουν οι αναρτήσεις στο ΚΗΜΔΗΣ
Ενδεικτική είναι η εικόνα που προκύπτει από τις καταχωρίσεις που εξετάσαμε στο ΚΗΜΔΗΣ και αφορούν το ΠΑΓΝΗ, καθώς στις καταχωρίσεις που εξετάσαμε εμφανίζονται, μεταξύ άλλων, ποσά 30.000, 29.970, 29.690, 29.660, 29.500 και 29.353 ευρώ, με ορισμένες συμβάσεις να αφορούν παρόμοιες κατηγορίες υλικών και να φέρουν κοντινές ημερομηνίες υπογραφής, που περιλαμβάνουν την 29η και τη 30ή Σεπτεμβρίου, καθώς και τη 13η Οκτωβρίου, με αναγραφόμενη καταληκτική ημερομηνία τη 16η Οκτωβρίου, ενώ αντίστοιχο μοτίβο διαπιστώθηκε στις καταγραφές μεταξύ 06/09–05/10/2026 και 27/10–02/11/2026.
Η εικόνα αυτή δημιούργησε εύλογα ερωτήματα για το κατά πόσο πρόκειται για διακριτές, εξειδικευμένες ανάγκες ή για επαναλαμβανόμενες προμήθειες που θα μπορούσαν να είχαν ενταχθεί σε έναν ευρύτερο σχεδιασμό, όπως των ετήσιων προϋπολογισμών των νοσοκομείων.
Κυρίως, ωστόσο, αναδεικνύει μια δύσκολη ισορροπία: από τη μία πλευρά, την ανάγκη διαφάνειας και αποτελεσματικής διαχείρισης του δημόσιου χρήματος και, από την άλλη, την υποχρέωση των νοσοκομείων να διαθέτουν εγκαίρως τα απαραίτητα υλικά, χωρίς να τίθενται σε αναμονή εξετάσεις, θεραπείες ή χειρουργικές επεμβάσεις.
Νάνσυ Τζαβάρα: «Η πραγματικότητα στα νοσοκομεία παραμένει διαφορετική»
Με αφορμή τα ευρήματα της έρευνάς μας, η «Νέα Κρήτη» απευθύνθηκε στην κ. Νάνσυ Τζαβάρα, αναπληρώτρια εκπρόσωπο των εργαζομένων στο Διοικητικό Συμβούλιο του ΠΑΓΝΗ και αναπληρώτρια γραμματέα του Σωματείου Εργαζομένων ΠΑΓΝΗ, η οποία έχει διατελέσει επί σειρά ετών εκπρόσωπος του σωματείου στο Δ.Σ., ζητώντας της να σχολιάσει τη συγκεκριμένη πρακτική και να εξηγήσει γιατί οι απευθείας αναθέσεις εξακολουθούν να αποτελούν μέρος της καθημερινής λειτουργίας των δημόσιων νοσοκομείων.
Η ίδια περιέγραψε ένα σύνθετο πρόβλημα, στο οποίο συναντώνται οι χρονοβόρες διαγωνιστικές διαδικασίες, οι περιορισμοί των προϋπολογισμών και η ανάγκη άμεσης κάλυψης των απαιτήσεων των κλινικών.
Όπως επισημαίνει, το πρόβλημα δεν περιορίζεται στις διαδικασίες ανάθεσης, αλλά συνδέεται με τον συνολικό τρόπο διαχείρισης των διαθέσιμων πόρων: «θα πω γενικότερα, ότι ένα πολύ σημαντικό ζήτημα που αφορά τη λειτουργία των δημόσιων νοσοκομείων καθώς και την ασφάλεια των ασθενών είναι η διαχείριση του δημόσιου χρήματος».
Αναφορά έγινε και στις εξαγγελίες για την κεντρικοποίηση των προμηθειών, από το Ε.Κ.Α.Π.Υ., αντιπαραβάλλοντάς τες με τις συνθήκες που εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν οι νοσοκομειακές μονάδες, σημειώνοντας ότι: «Η κυβέρνηση, γενικά, είχε κάνει εξαγγελίες να γίνει κεντρικοποίηση των προμηθειών, δηλαδή να έχει ένα νέο σχεδιασμό, ώστε να διατίθενται οι πόροι. Η πραγματικότητα στα νοσοκομεία παραμένει διαφορετική.»
Όπως τονίζει, «όταν οι κεντρικοί διαγωνισμοί δεν έχουν προχωρήσει στον βαθμό που απαιτείται, τα νοσοκομεία αναγκάζονται να καλύπτουν τις τρέχουσες ανάγκες τους μέσα από “σπασμένες” διαδικασίες», περιγράφοντας τη συχνότητα με την οποία επιστρατεύονται λύσεις μικρότερης οικονομικής κλίμακας στην υγεία.
Όπως εξηγεί η ίδια, η δυσκίνητη κρατική μηχανή και οι καθυστερήσεις στις μεγάλες, κεντρικές προμήθειες υποχρεώνουν τις διοικήσεις των ιδρυμάτων να καταφεύγουν σε κατάτμηση των παραγγελιών και σε απευθείας αναθέσεις «με ποσά τα οποία προσεγγίζουν το όριο των 30.000 ευρώ, κάτω από το οποίο επιτρέπεται, με βάση τον νόμο, να γίνει απευθείας ανάθεση», προκειμένου να μην ξεμείνουν από βασικά υλικά.
Ενώ, αναφορά έγινε και στις κατατμήσεις των παραγγελιών, καθώς: «Σε αρκετές περιπτώσεις, ο ίδιος τύπος του υλικού ή παρόμοια ανάγκη μπορεί να εμφανίζεται να καλύπτουν με διαδοχικές συμβάσεις. Δηλαδή το ποσό να έχει σπάσει σε 2-3 και να καλυφθεί».
Όταν η καθυστέρηση ενός διαγωνισμού επηρεάζει τη λειτουργία των κλινικών
Η ίδια αναφέρθηκε και στη διαφορετική διάσταση από την πλευρά της καθημερινής λειτουργίας των νοσοκομείων, όπου οι προμήθειες δεν αφορούν απλώς την ανανέωση αποθεμάτων, αλλά σε πολλές περιπτώσεις συνδέονται άμεσα με την πραγματοποίηση ιατρικών πράξεων που δεν μπορούν να αναβληθούν χωρίς συνέπειες.
Η κ. Τζαβάρα αναγνώρισε ότι οι διοικήσεις των νοσοκομείων συχνά εγκλωβίζονται από τις ίδιες τις διαδικασίες, επισημαίνοντας χαρακτηριστικά: «Οι δυσκίνητοι γραφειοκρατικοί μηχανισμοί, οι χρονοβόρες εγκρίσεις και η πολυπλοκότητα που χαρακτηρίζει τους δημόσιους διαγωνισμούς στερούν από τις διοικήσεις την απαραίτητη ευελιξία. Ως αποτέλεσμα, η καταφυγή στη λύση των απευθείας αναθέσεων καθίσταται συχνά μονόδρομος για την άμεση κάλυψη των αναγκών».
Σημειώνεται, μάλιστα, ότι ορισμένα υλικά διατίθενται από περιορισμένο αριθμό προμηθευτών, γεγονός που επιτείνει το πρόβλημα. Όπως επισημαίνεται, «εάν δεν αξιοποιούνταν οι συγκεκριμένες διαδικασίες ανάθεσης, τα υλικά συχνά δεν θα παραδίδονταν εγκαίρως στο νοσοκομείο», και αναδεικνύει μια βασική αντίφαση.
Επομένως, διαπιστώνεται ότι από τη μια πρόκειται για μια πρακτική που ενδέχεται να εγείρει ερωτήματα ως προς τον μακροπρόθεσμο προγραμματισμό, ενώ αποτελεί ταυτόχρονα τον μοναδικό πρόσφορο τρόπο για την αποτροπή σοβαρών ελλείψεων.
Ιδιαίτερα σε εξειδικευμένα τμήματα, όπως το Αιμοδυναμικό και η Επεμβατική Ακτινολογία, η άμεση διαθεσιμότητα ειδικών αναλώσιμων είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την ίδια τη δυνατότητα διενέργειας κρίσιμων ιατρικών επεμβάσεων.
Η ίδια μάλιστα τονίζει την ανάγκη άμεσης πρόσβασης σε υλικά που προορίζονται για συγκεκριμένους ασθενείς: «Το νοσοκομείο, από τη μία πλευρά, πρέπει να έχει τα υλικά την ώρα που πρέπει και όλα τα απαραίτητα.», συμπληρώνοντας ότι «Από την άλλη, δεν μπορεί μία κλινική να αναστείλει τις εξετάσεις και τις θεραπείες και τα χειρουργεία του, γιατί ένας διαγωνισμός έχει καθυστερήσει».
Το πρόβλημα αρχίζει πριν από την απευθείας ανάθεση
Σύμφωνα με την κ. Τζαβάρα, η ουσιαστική αντιμετώπιση του ζητήματος δεν βρίσκεται στην αποσπασματική διαχείριση κάθε νέας έλλειψης, αλλά στον έγκαιρο σχεδιασμό, και τούτο διότι ανάγκες ενός μεγάλου νοσοκομείου, όπως εξηγεί, δεν εμφανίζονται όλες απρόβλεπτα, καθώς ένα σημαντικό μέρος τους μπορεί να υπολογιστεί με βάση τον αριθμό των χειρουργείων, την προσέλευση ασθενών και τη δραστηριότητα των επιμέρους τμημάτων.
Όπως επισημαίνει: «Είναι σημαντικό το ότι οι ανάγκες, μπορεί να υπάρχουν και έκτακτες, προβλέπονται συνολικότερα την λειτουργία ενός νοσοκομείου, και γενικότερα μέσα σε μια χρονιά και για την επόμενη».
Πάνω σε αυτό το πλαίσιο, η ίδια συνδέει το ζήτημα των απευθείας αναθέσεων και με το ύψος των διαθέσιμων προϋπολογισμών των νοσοκομείων, υποστηρίζοντας ότι η οικονομική στενότητα περιορίζει τις δυνατότητες έγκαιρης προμήθειας, λέγοντας: «Από την αρχή, θα έπρεπε να υπάρχει ένα δομημένο πλαίσιο προϋπολογισμό που να προβλέπει όλες αυτές τις ανάγκες, ούτως ώστε να μην χρειάζεται να πηγαίνετε σε διαρκείς παραγγελίες. Και είναι πολύ μεγάλο ζήτημα ποιος καθορίζει τη διαθεσιμότητα των υλικών, την ποιότητα, τις τιμές.»
Η ΕΚΑΠΥ και τα όρια της κεντρικοποίησης
Η δημιουργία της Εθνικής Κεντρικής Αρχής Προμηθειών Υγείας (ΕΚΑΠΥ) συνδέθηκε με την επιδίωξη καλύτερου συντονισμού και περιορισμού του κατακερματισμού των νοσοκομειακών προμηθειών.
Ωστόσο, σύμφωνα με την κ. Τζαβάρα, ακόμη και η πλήρης ανάπτυξη των κεντρικών διαδικασιών δεν αρκεί από μόνη της για να αντιμετωπιστούν οι δυσκολίες.
Όπως επισημάνθηκε, η ίδρυση της ΕΚΑΠΥ και οι εξαγγελίες για κεντρικές προμήθειες παρουσιάστηκαν αρχικά ως μια μεταρρύθμιση που θα αντιμετώπιζε τον υφιστάμενο κατακερματισμό, με την κ. Τζαβάρα να σημειώνει ότι: «Ωστόσο, η μεταρρύθμιση αυτή δεν έχει υλοποιηθεί στην πράξη. Ακόμη όμως και αν λειτουργούσε πλήρως, οι κεντρικοί διαγωνισμοί από μόνοι τους δεν επαρκούν για την κάλυψη των πραγματικών αναγκών, καθώς οι προϋπολογισμοί των νοσοκομείων παραμένουν χαμηλοί. Επιπλέον, η κεντρικοποίηση των διαγωνισμών δεν αναιρεί το γεγονός ότι η διάθεση και η διαχείριση των απαραίτητων υλικών και του εξοπλισμού εξακολουθούν να κατευθύνονται σε συγκεκριμένους επιχειρηματικούς ομίλους, με πάγιο γνώμονα το κέρδος.».
Όπως επισήμανε: «Το νοσοκομείο είναι κοινωνικό αγαθό και δεν πρέπει να λειτουργεί με όρους αγοράς και να γίνεται έρμαιο της ιδιωτικοποίησης και εμπορευματοποίησης του συστήματος υγείας.»
Το ουσιαστικό ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο πόσες απευθείας αναθέσεις πραγματοποιούνται, αλλά γιατί εξακολουθούν να είναι αναγκαίες για την κάλυψη προβλέψιμων αναγκών.
Και κυρίως, πώς μπορεί να διαμορφωθεί ένα σύστημα στο οποίο η έγκαιρη προμήθεια υλικών, η χρηστή διαχείριση του δημόσιου χρήματος και η ασφάλεια των ασθενών δεν θα εμφανίζονται ως ανταγωνιστικές προτεραιότητες, αλλά ως αδιαχώριστες προϋποθέσεις της λειτουργίας του δημόσιου νοσοκομείου.
Δημήτρης Βρύσαλης: «Οι προμήθειες των νοσοκομείων πεδίο επιχειρηματικών συμφερόντων με θύματα εργαζόμενους και ασθενείς»
Από πλευράς του, κληθείς να σχολιάσει τις παρατηρήσεις μας, ο πρόεδρος του Σωματείου Εργαζομένων του ΠαΓΝΗ, Δημήτρης Βρύσαλης, εξαπέλυσε σφοδρή επίθεση στην κυβερνητική πολιτική για την Υγεία, αναφερόμενος στις σοβαρές δυσλειτουργίες και τα επιχειρηματικά συμφέροντα που, όπως καταγγέλλει, λυμαίνονται τον ευαίσθητο τομέα των νοσοκομειακών προμηθειών.
Ο κ. Βρύσαλης υποστηρίζει ότι οι προμήθειες των νοσοκομείων αποτελούν διαχρονικά πεδίο έντονων επιχειρηματικών ανταγωνισμών και συμφερόντων, με τις συνέπειες να επιβαρύνουν τόσο τους υγειονομικούς όσο και τους ασθενείς.
Όπως χαρακτηριστικά τόνισε: «Όταν η στρατηγική είναι το “νοσοκομείο επιχείρηση – ασθενείς πελάτες – Υγεία εμπόρευμα”, είναι αναμενόμενο η λειτουργία των νοσοκομείων και οι προμήθειές τους να ακολουθούν αυτή τη λογική, με κριτήριο την κερδοφορία των επιχειρηματικών ομίλων και όχι την ολοκληρωμένη κάλυψη των αναγκών των ασθενών».
«Κανείς δεν μπορεί να αποδεχτεί να αναστέλλονται εξετάσεις, θεραπείες και χειρουργεία λόγω ελλείψεων»
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στις διαδικασίες προμηθειών, επισημαίνοντας ότι, παρά τις κυβερνητικές εξαγγελίες για κεντρικοποίησή τους μέσω της Εθνικής Κεντρικής Αρχής Προμηθειών Υγείας (ΕΚΑΠΥ), τα νοσοκομεία εξακολουθούν να καλύπτουν ανάγκες τους μέσα από αποσπασματικές διαδικασίες και επαναλαμβανόμενες απευθείας αναθέσεις.
Ιδιαίτερο προβληματισμό προκαλεί η επαναλαμβανόμενη προμήθεια ίδιων ή συναφών υλικών με ποσά που προσεγγίζουν το όριο των 30.000 ευρώ, ενώ ο ίδιος έθεσε και το ζήτημα τεχνητής κατάτμησης ενιαίων και προβλέψιμων αναγκών, υπογραμμίζοντας ότι οι επικλήσεις της γραφειοκρατίας, των καθυστερήσεων και του κινδύνου να μείνουν οι κλινικές χωρίς απαραίτητα υλικά δεν μπορούν να αποκρύψουν τις πολιτικές ευθύνες.
Όπως τόνισε: «Κανείς δεν μπορεί να αποδεχτεί να αναστέλλονται εξετάσεις, θεραπείες και χειρουργεία λόγω ελλείψεων. Όμως, οι έκτακτες ανάγκες δεν μπορούν να αποτελούν άλλοθι για την απουσία επαρκούς κρατικής χρηματοδότησης».
Σύμφωνα με τον κ. Βρύσαλη, οι ανάγκες των νοσοκομείων είναι σε μεγάλο βαθμό γνωστές και επαναλαμβανόμενες, γεγονός που καθιστά αναγκαίο τον έγκαιρο προγραμματισμό, την εξασφάλιση επαρκών προϋπολογισμών, τη δημιουργία αποθεμάτων ασφαλείας και τη στελέχωση των υπηρεσιών προμηθειών, ξεκαθαρίζοντας μάλιστα ότι η ευθύνη για τη διαμόρφωση ενός αξιόπιστου και αποτελεσματικού συστήματος προμηθειών ανήκει στο κράτος και στην κυβέρνηση.
«Οι κεντρικές προμήθειες δεν αλλάζουν τον χαρακτήρα της Υγείας»
Ο ίδιος εκτιμά ότι η κεντρικοποίηση των προμηθειών, αν και μπορεί να περιορίσει τον κατακερματισμό και να συμβάλει στη βελτίωση της διαπραγμάτευσης των τιμών, δεν αποτελεί από μόνη της λύση στα προβλήματα των δημόσιων νοσοκομείων.
Όπως υποστηρίζει, το βασικό ζήτημα βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζεται συνολικά η δημόσια Υγεία, αναφέροντας ότι: «Δεν έχουμε αυταπάτες ότι η κεντρικοποίηση των προμηθειών από μόνη της μπορεί να εξασφαλίσει την κάλυψη των αναγκών των δημόσιων νοσοκομείων».
Παράλληλα, επισημαίνει ότι τα φάρμακα, τα υγειονομικά υλικά και ο ιατροτεχνολογικός εξοπλισμός εξακολουθούν να «αποτελούν πεδίο επιχειρηματικής κερδοφορίας», με αποτέλεσμα, όπως υποστηρίζει, να μην εξασφαλίζεται ότι η παραγωγή, η ποιότητα και η διάθεσή τους καθορίζονται αποκλειστικά από τις επιστημονικές και κοινωνικές ανάγκες.
Στο πλαίσιο αυτό, συνδέει τις διεκδικήσεις των εργαζομένων με την ανάγκη δημιουργίας ενός αποκλειστικά δημόσιου και δωρεάν συστήματος Υγείας, με κοινωνικοποιημένη παραγωγή και κεντρικό επιστημονικό σχεδιασμό.
Αίτημα για στοιχεία από το υπουργείο Υγείας και την ΕΚΑΠΥ
Σύμφωνα με τον κ. Βρύσαλη, η εμπορευματοποίηση της Υγείας εμποδίζει τη διασφάλιση των απαραίτητων υλικών με βάση αποκλειστικά τις επιστημονικές και κοινωνικές ανάγκες, με τον ίδιο να προτάσσει ως μοναδική λύση τη διεκδίκηση ενός αποκλειστικά δημόσιου και δωρεάν συστήματος Υγείας.
Στο πλαίσιο αυτό, επεξηγεί ότι «Η διεκδίκησή μας συνδέεται με την ανάγκη για ένα αποκλειστικά δημόσιο και δωρεάν σύστημα Υγείας, με κοινωνικοποιημένη παραγωγή και κεντρικό επιστημονικό σχεδιασμό, ώστε η επιστήμη, η τεχνολογία και οι παραγωγικές δυνατότητες να υπηρετούν τις λαϊκές ανάγκες και όχι την κερδοφορία.
Τι απαιτούμε:
«Επαρκή κρατική χρηματοδότηση για την πλήρη κάλυψη των αναγκών των νοσοκομείων.
Έγκαιρο και ολοκληρωμένο προγραμματισμό με βάση τις ανάγκες των ασθενών και των κλινικών.
Ολοκλήρωση των κεντρικών προμηθειών με επιστημονικά τεκμηριωμένες προδιαγραφές που διασφαλίζουν ποιότητα και ασφάλεια.
Ουσιαστικό έλεγχο των επαναλαμβανόμενων συμβάσεων και τέλος στην τεχνητή κατάτμηση ενιαίων αναγκών.
Πλήρη διαφάνεια στις διαδικασίες, στις τιμές και στους αναδόχους.
Στελέχωση των υπηρεσιών προμηθειών με μόνιμο και εξειδικευμένο προσωπικό.
Εξασφάλιση αποθεμάτων ασφαλείας για κρίσιμα υλικά».
Ταυτόχρονα, ο κ. Βρύσαλης ζητά από το υπουργείο Υγείας και την ΕΚΑΠΥ τη δημοσιοποίηση αναλυτικών στοιχείων ανά νοσοκομείο, με στόχο τη διαφάνεια στις οικονομικές και διοικητικές τους πρακτικές.
Το αίτημά του επικεντρώνεται «στο συνολικό ύψος των απευθείας αναθέσεων, στις επαναλαμβανόμενες συμβάσεις, καθώς και στην πορεία υλοποίησης των κεντρικών προμηθειών μαζί με τις αιτίες των σχετικών καθυστερήσεων». Παράλληλα, τονίζει ότι «τα νοσοκομεία δεν είναι επιχειρήσεις που προσαρμόζουν τη λειτουργία τους στις διαθέσιμες πιστώσεις και στις απαιτήσεις της αγοράς. Οφείλουν να έχουν εξασφαλισμένα όλα τα απαραίτητα μέσα για την περίθαλψη των ασθενών».
Ακολουθήστε μας στο Google News για να ενημερώνεστε για τα τελευταία νέα









