Η βουλευτής Λασιθίου κατηγόρησε την κυβέρνηση για καθυστερήσεις, έλλειψη διαφάνειας και διαρκείς μεταθέσεις χρονοδιαγραμμάτων σε ένα κρίσιμο έργο υδατικής ασφάλειας για Σητεία και Ιεράπετρα
Στην Ολομέλεια της Βουλής συζητήθηκε η Επίκαιρη Ερώτηση της Βουλευτή Λασιθίου του ΠΑΣΟΚ, Κατερίνας Σπυριδάκη, προς το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων σχετικά με την απένταξη από το Ταμείο Ανάκαμψης του έργου «Λιμνοδεξαμενή Χοχλακίων – Φράγμα Αγίου Ιωάννη», ενός έργου ζωτικής σημασίας για την υδατική ασφάλεια της Σητείας και της Ιεράπετρας.
Κατά την πρωτολογία της, η Βουλευτής Λασιθίου ξεκαθάρισε ότι η συζήτηση δεν αφορά απλώς ένα ακόμη τεχνικό έργο υποδομής, αλλά τον συνολικό τρόπο με τον οποίο η Κυβέρνηση διαχειρίζεται το Ταμείο Ανάκαμψης, τις δημόσιες δεσμεύσεις της και την εμπιστοσύνη των τοπικών κοινωνιών.
Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε:
«Σήμερα δεν συζητάμε ένα θέμα που αφορά μόνο ένα έργο, αλλά αφορά συνολικά τον τρόπο με τον οποίο η Κυβέρνηση διαχειρίζεται το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, αφορά το πώς παρουσιάστηκαν στις τοπικές κοινωνίες έργα εξασφαλισμένα, ώριμα, εμβληματικά και πώς κατέληξαν τελικά να μπαινοβγαίνουν σε χρηματοδοτικά εργαλεία, να αλλάζουν χρονοδιάγραμμα και να μετατρέπονται σε ένα ατελείωτο παιχνίδι».
Η κα Σπυριδάκη υπενθύμισε ότι το Λασίθι έχει βιώσει επανειλημμένα το ίδιο έργο, με υποσχέσεις, εξαγγελίες και καθυστερήσεις να επαναλαμβάνονται σε σειρά κρίσιμων υποδομών.
Όπως τόνισε:
«Δυστυχώς, το Λασίθι το ζει ξανά και ξανά. Το ζήσαμε με το Φράγμα των Μπραμιανών, με τον προσαγωγό του Μύρτου, με τον ΒΟΑΚ, με το Δικταίο Άντρο και το τελεφερίκ. Τώρα όμως εδώ μιλάμε για τη Λιμνοδεξαμενή Χοχλακίων και το Φράγμα Αγίου Ιωάννη».
Αναφερόμενη στην ουσία του έργου, υπογράμμισε ότι πρόκειται για μια παρέμβαση στρατηγικής σημασίας για ολόκληρη την ανατολική Κρήτη:
«Ένα έργο ζωτικής σημασίας για την Ιεράπετρα και τη Σητεία, ένα έργο που θα μας δώσει τη δυνατότητα αποθήκευσης δυόμισι εκατομμυρίων κυβικών μέτρων και θα μπορέσει να αρδεύσει περίπου δεκατρείς χιλιάδες πεντακόσια στρέμματα στις περιοχές της Σητείας και της Ιεράπετρας αντίστοιχα. Ήταν λοιπόν ένα έργο εμβληματικής σημασίας για την υδατική ασφάλεια στην περιοχή μας».
Η Βουλευτής στάθηκε ιδιαίτερα στο γεγονός ότι το έργο παρουσιάστηκε ως εμβληματική παρέμβαση του προγράμματος «Ύδωρ 2.0», με διαβεβαιώσεις ότι η χρηματοδότησή του ήταν απολύτως εξασφαλισμένη από το Ταμείο Ανάκαμψης.
Όπως ανέφερε:
«Το έργο παρουσιάστηκε ως ένα από τα πιο εμβληματικά έργα του Προγράμματος “Ύδωρ 2.0”, με δημόσιες δηλώσεις περί ιστορικής ημέρας για το Λασίθι και περί θωράκισης απέναντι στην κλιματική κρίση και μετά με διαβεβαιώσεις ότι η χρηματοδότηση είναι εξασφαλισμένη από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας».
Στο σημείο αυτό έθεσε το κρίσιμο πολιτικό ερώτημα της συζήτησης: γιατί η Κυβέρνηση γνώριζε ήδη από τον Δεκέμβριο ότι τα ορόσημα και οι χρηματοδοτήσεις αλλάζουν, χωρίς ποτέ να ενημερώσει την κοινωνία ή τη Βουλή.
Όπως χαρακτηριστικά σημείωσε:
«Η ίδια η Κυβέρνηση σχεδίασε, προώθησε, υπέβαλε αναθεωρήσεις τον Δεκέμβριο, ενώ ταυτόχρονα θριαμβολογούσε ότι όλα πάνε καλά».
Και συνέχισε:
«Τι έγινε τελικά, κύριε Υπουργέ; Γιατί επί μήνες η Κυβέρνηση γνώριζε ότι τα ορόσημα αλλάζουν και τα έργα μένουν εκτός του Ταμείου Ανάκαμψης και παρ’ όλα αυτά συνέχισε τις θριαμβολογίες; Γιατί δεν ενημερώθηκε επίσημα η τοπική κοινωνία; Γιατί όλα αυτά γίνονται με κλειστές πόρτες;».
Στη δευτερολογία της, η κα Σπυριδάκη έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στο έλλειμμα αξιοπιστίας που έχει πλέον δημιουργηθεί στην τοπική κοινωνία.
Όπως υπογράμμισε:
«Θέλουμε συγκεκριμένες απαντήσεις. Πότε θα υπογραφεί η σύμβαση με την ανάδοχο ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ; Πότε θα δούμε πραγματική έναρξη των εργασιών στο πεδίο και όχι σε εξαγγελίες;».
Και πρόσθεσε:
«Η τοπική κοινωνία έχει κουραστεί να ακούει για έργα ώριμα που μεταφέρονται από χρηματοδοτικό εργαλείο σε χρηματοδοτικό εργαλείο χωρίς όμως να προχωρούν. Και πλέον υπάρχει ένα σοβαρό έλλειμμα εμπιστοσύνης απέναντι στους κυβερνητικούς χειρισμούς».
Ιδιαίτερα αιχμηρή ήταν η αναφορά της στο γεγονός ότι τα στενά χρονοδιαγράμματα του Ταμείου Ανάκαμψης ήταν γνωστά από την πρώτη ημέρα.
Όπως τόνισε:
«Τα στενά χρονικά όρια του Ταμείου Ανάκαμψης ήταν γνωστά από την πρώτη μέρα. Ούτε προέκυψαν ξαφνικά ούτε κάτι άλλαξε. Το ερώτημα είναι συγκεκριμένο: Γιατί εντάχθηκε ένα έργο που τελικά δεν μπόρεσε να ανταποκριθεί στο χρονοδιάγραμμα; Γιατί παρουσιάστηκε ως ώριμο αν δεν ήταν ή αν ήταν γιατί δεν υλοποιήθηκε;».
Η κα Σπυριδάκη περιέγραψε μάλιστα ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο που, όπως είπε, χαρακτηρίζει πλέον τον τρόπο διαχείρισης μεγάλων έργων από την Κυβέρνηση:
«Αυτό που βλέπουμε είναι παρατάσεις, τροποποιήσεις, μεταθέσεις προθεσμιών και στο τέλος απένταξη. Από παράταση σε παράταση πηγαίνει και το συγκεκριμένο έργο και από τροποποίηση σε τροποποίηση και από αλλαγή χρονοδιαγράμματος σε αλλαγή χρονοδιαγράμματος».
Και συνέχισε:
«Το χειρότερο όμως είναι ότι δεν είναι μεμονωμένο περιστατικό, είναι μοτίβο. Το είδαμε στα Μπραμιανά, στο Μύρτο, στον Άη Γιάννη Χοχλακιάς, στο Δικταίο Άντρο, στο Πολυδύναμο Ιατρείο Μακρύ Γιαλού και το βλέπουμε σε πάρα πολλά έργα. Ένταξη, πανηγυρισμοί, δελτία τύπου, εξαγγελίες, πυροτεχνήματα, καθυστερήσεις, αναθεωρήσεις, αλλαγή χρονοδιαγράμματος και τελικά ο λογαριασμός να πηγαίνει στους εθνικούς πόρους».
Ιδιαίτερα σκληρή ήταν και η κριτική της για τη μεταφορά ολοένα και περισσότερων έργων στο Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων.
Όπως επισήμανε ήδη από την πρωτολογία της:
«Κάθε φορά που ένα έργο απεντάσσεται και μπαίνει στο Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων το ερώτημα είναι ένα: Από πού θα βρεθούν τελικά οι πόροι, ποια άλλα έργα θα μείνουν πίσω και ποιο είναι το πραγματικό δημοσιονομικό κόστος αυτών των καθυστερήσεων και των αστοχιών;».
Από την πλευρά του, ο Υφυπουργός επέλεξε να επαναλάβει ότι το έργο δεν εγκαταλείπεται και ότι η χρηματοδότηση έχει διασφαλιστεί μέσω νέου χρηματοδοτικού εργαλείου. Ωστόσο, απέφυγε να απαντήσει στο βασικό πολιτικό ερώτημα που έθεσε η Βουλευτής: γιατί η Κυβέρνηση γνώριζε ήδη από τον Δεκέμβριο ότι το έργο δεν θα μπορούσε να ολοκληρωθεί εντός των προθεσμιών του Ταμείου Ανάκαμψης και δεν ενημέρωσε ούτε τη Βουλή ούτε την τοπική κοινωνία. Δεν δόθηκε επίσης σαφής απάντηση για το γιατί ένα έργο που παρουσιάστηκε ως ώριμο και έτοιμο κατέληξε να απενταχθεί, ούτε για το ποιος αναλαμβάνει την ευθύνη για τις καθυστερήσεις και τις αλλεπάλληλες αλλαγές σχεδιασμού.
Η κα Σπυριδάκη στάθηκε ιδιαίτερα και σε μία ακόμη αντίφαση που αναδείχθηκε κατά τη συζήτηση. Ενώ εδώ και μήνες εκδίδονται κυβερνητικά Δελτία Τύπου και ανακοινώσεις που παρουσιάζουν την υπογραφή της σύμβασης ως υπόθεση ημερών, ο ίδιος ο Υφυπουργός παραδέχθηκε στη Βουλή ότι ακόμη εκκρεμεί μια σειρά κρίσιμων προαπαιτούμενων διαδικασιών. Όπως ανέφερε, απαιτούνται ακόμη η ολοκλήρωση της χρηματοδότησης μέσω του νέου προγράμματος ΣΔΙΤ, οι διαδικασίες για τις απαλλοτριώσεις και τις αποζημιώσεις, καθώς και η εξασφάλιση πιστώσεων για αρχαιολογικές εργασίες και άλλες αναγκαίες δαπάνες, προκειμένου να καταστεί δυνατή η υπογραφή της σύμβασης. Μάλιστα, προσδιόρισε ως χρονικό ορίζοντα υπογραφής «τις αρχές του καλοκαιριού του 2026». Η τοποθέτηση αυτή γεννά εύλογα ερωτήματα. Από τον Ιανουάριο η τοπική κοινωνία ακούει ότι η υπογραφή της σύμβασης είναι «προ των πυλών». Σήμερα, στα τέλη Μαΐου, η Κυβέρνηση παραδέχεται ότι εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικές εκκρεμότητες και μεταθέτει εκ νέου το χρονοδιάγραμμα για «τις αρχές του καλοκαιριού». Το ερώτημα είναι απλό: πότε ακριβώς ξεκινά το καλοκαίρι για την Κυβέρνηση; Και κυρίως, γιατί επί μήνες καλλιεργήθηκαν προσδοκίες άμεσης έναρξης του έργου όταν, όπως αποδείχθηκε από τα ίδια τα λεγόμενα του Υφυπουργού, οι βασικές προϋποθέσεις για τη συμβασιοποίησή του δεν έχουν ακόμη ολοκληρωθεί;
Η συζήτηση ανέδειξε για ακόμη μία φορά ότι το βασικό πρόβλημα δεν είναι η αλλαγή ενός χρηματοδοτικού εργαλείου, αλλά η απουσία λογοδοσίας, η έλλειψη διαφάνειας και η διαρκής ανασφάλεια που βιώνουν οι τοπικές κοινωνίες όταν κρίσιμα έργα για το μέλλον τους μετατρέπονται σε διαρκείς εξαγγελίες χωρίς σαφές και δεσμευτικό χρονοδιάγραμμα υλοποίησης.
Ακολουθήστε μας στο Google News για να ενημερώνεστε για τα τελευταία νέα









