Toυ Δημήτρη Γ. Παπαδοκωστόπουλου – Οι παροχές και οι υποσχέσεις φέρνουν ψήφους και δίνουν εξουσία στους κομματικούς μηχανισμούς, αλλά δεν αποκαθιστούν τη μεσομακροπρόθεσμη σταθερότητα που έχει ανάγκη η χώρα, ώστε να αλλάξει πίστα. Στα δημοσιονομικά έχουμε πετύχει μια διαχείριση που δεν δημιουργεί ελλείμματα, αλλά έχει πρόβλημα διατήρησης της ευστάθειας, καθώς στηρίζεται στην υπερφορολόγηση μέσω του πληθωρισμού.
Το δημόσιο χρέος που φαίνεται να είναι διαχειρίσιμο πλησιάζει στο τέλος της περιόδου χάριτος που είναι το 2033, όταν ποσό 96,4 δισ. χρέους που σήμερα «κοιμάται» ξαναμπαίνει στον λογαριασμό και θέλει εξυπηρέτηση. Οι τόκοι από το έτος αυτό και μετά εκτινάσσονται για κάποια χρόνια στα 13-15 δισ., κάτι που σημαίνει δραματική επιδείνωση στις πληρωμές, από 4-7 δισ. που είναι σήμερα.
Στο δελτίο Δημοσίου Χρέους που εκδόθηκε στο τέλος του περασμένου Ιουνίου υπάρχει ένας πίνακας στη σελίδα 2, ο οποίος φωτογραφίζει τη δραματική επιδείνωση στις πληρωμές που θα βρούμε μπροστά μας σε λίγα χρόνια. Απεικονίζει τους τόκους μέχρι το 2070 και θα έπρεπε να το είχαν ευαγγέλιο το κόμματα που πήγαν να μιλήσουν στη ΔΕΘ, ώστε να έχουν αίσθηση του ναρκοπεδίου που έχει μπροστά της η χώρα και το οποίο δεν ξεπερνιέται με ευχές και μεγάλα λόγια.
Το διάστημα αυτό μπορεί να χωριστεί σε τρεις περιόδους. Η πρώτη είναι από το 2026 έως το 2031 όπου οι πληρωμές τόκων συγκρατούνται κατά μέσο όρο στα 4-7 δισ.
Η δεύτερη περίοδος είναι το έτος 2032 που είναι και ο χρόνος μετάβασης, καθώς οι πληρωμές αυξάνονται στα 10-12 δισ. Και η τρίτη ξεκινά το 2033, όπου στο συγκεκριμένο έτος οι δαπάνες εξυπηρέτησης εκτινάσσονται στα 13-15 δισ., για να διατηρηθούν σ’ αυτά τα επίπεδα μέχρι το 2038.
Την 1η Ιανουαρίου του 2033 λήγει η δεκαετής παράταση της περιόδου χάριτος που δόθηκε το 2018, για το πακέτο των 96,4 δισ. του 2ου μνημονίου. Τότε η Ελλάδα υποχρεούται να πληρώνει ταυτόχρονα τις κανονικές, τρέχουσες ετήσιες δόσεις του κεφαλαίου και το αναλογούν μερίδιο από το «βουνό» των πάνω από 25 δισ. τόκων που σωρεύθηκαν όλη την προηγούμενη περίοδο.
Τα παραπάνω που έχει στις δέλτους του το υπουργείο Οικονομικών θέτουν επ’ αμφιβόλω τη σημερινή εικόνα -πλασματική εν πολλοίς-, καθώς το 2033 θα είναι εδώ σε επτά χρόνια.
Και δεν είναι μόνο θέμα της κυβέρνησης, καθώς και οι άλλοι που φιλοδοξούν να την αντικαταστήσουν πετάνε την μπάλα στην εξέδρα και μπερδεύουν τη συζήτηση χωρίς να ιεραρχούν και πηγαίνουν κατευθείαν στο μοίρασμα… χωρίς να λένε πώς θα αυξηθεί μόνιμα το εθνικό εισόδημα.
Η σοβαρή άσκηση πολιτικής ξεκινά από το τελευταίο, για να περάσει μετά στο μοίρασμα, κατανοώντας ταυτόχρονα και το ποια είναι η θέση της χώρας, ώστε να μην έχουμε πισωγυρίσματα και καταστροφές. Η ιστορία έχει αποδείξει ότι κάθε οικονομική καταστροφή -όπως η χρεοκοπία του 2010- οδηγεί σε εθνικές υποχωρήσεις και ήττες.
Πηγή: naftemporiki.gr
Ακολουθήστε μας στο Google News για να ενημερώνεστε για τα τελευταία νέα








