Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε και στο ζήτημα του προσχεδίου που διέρρευσε για τις σχετικές θέσεις, εκφράζοντας σοβαρές επιφυλάξεις για τη διαφάνεια και την αξιοκρατία της διαδικασίας
Σημαντικά ζητήματα διαφάνειας, αποτελεσματικότητας και ουσιαστικής αξιολόγησης των πολιτικών απασχόλησης ανέδειξε η Βουλευτής Λασιθίου του ΠΑΣΟΚ, Κατερίνα Σπυριδάκη, κατά την παρέμβασή της στην Ειδική Διαρκή Επιτροπή για την Παρακολούθηση του Συστήματος Κοινωνικής Ασφάλισης, στη συνεδρίαση της 29ης Απριλίου 2026, με αντικείμενο την επικαιροποίηση των δράσεων, των πολιτικών απασχόλησης και των προγραμμάτων της Δ.ΥΠ.Α.
Από την αρχή της τοποθέτησής της, η κα Σπυριδάκη έθεσε ένα ζήτημα θεσμικής λειτουργίας της ίδιας της Επιτροπής, επισημαίνοντας την ανάγκη ουσιαστικής ενημέρωσης και λογοδοσίας, καθώς –όπως ανέφερε– ακόμη και βασικά ερωτήματα κοινοβουλευτικού ελέγχου παραμένουν αναπάντητα. Όπως χαρακτηριστικά σημείωσε: «Δυστυχώς στον κοινοβουλευτικό έλεγχο για υποθέσεις της Δ.ΥΠ.Α. δεν έχουμε λάβει καμία απολύτως απάντηση».
Στη συνέχεια, η Βουλευτής Λασιθίου ανέδειξε ως πρώτο κρίσιμο ζήτημα το θέμα των εργασιακών συμβούλων, επισημαίνοντας τον καθοριστικό ρόλο που διαδραματίζουν στην εξυπηρέτηση των πολιτών, ιδιαίτερα στην περιφέρεια. Αναφερόμενη συγκεκριμένα στην εμπειρία από τον νομό Λασιθίου, τόνισε ότι οι σύμβουλοι αυτοί έχουν αλλάξει ουσιαστικά την εικόνα των υπηρεσιών και τη σχέση των πολιτών με τη Δ.ΥΠ.Α., θέτοντας παράλληλα ερωτήματα για το πώς αξιολογούνται και με ποια κριτήρια: «Θέλω να ρωτήσω αν έχετε αξιολογήσει αυτούς τους ανθρώπους και πώς αποτυπώνεται σε προσόντα η αξιολόγηση που έχετε κάνει».
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε και στο ζήτημα του προσχεδίου που διέρρευσε για τις σχετικές θέσεις, εκφράζοντας σοβαρές επιφυλάξεις για τη διαφάνεια και την αξιοκρατία της διαδικασίας. Όπως επεσήμανε, η εικόνα που προκύπτει δημιουργεί εύλογες ανησυχίες: «Είδαμε στο προσχέδιο θέσεις ακόμη και χωρίς γνώσεις υπολογιστή ή χωρίς ξένη γλώσσα… έμοιαζε τουλάχιστον να είναι φωτογραφικό».
Στο ίδιο πλαίσιο, ζήτησε σαφείς απαντήσεις για το αν το προσχέδιο αυτό θα αποσυρθεί και αν θα υπάρξει νέα προκήρυξη με διαφανείς όρους.
Περνώντας στο ευρύτερο ζήτημα των πολιτικών απασχόλησης, η κα Σπυριδάκη έθεσε στο επίκεντρο την ανάγκη ποιοτικής αξιολόγησης των θέσεων εργασίας και όχι μόνο ποσοτικής καταγραφής. Όπως τόνισε, δεν αρκεί να γνωρίζουμε πόσες θέσεις δημιουργούνται, αλλά και τι χαρακτηριστικά έχουν αυτές: «Θέλω να ρωτήσω αν η Δ.ΥΠ.Α. αξιολογεί ποιες θέσεις είναι πλήρους απασχόλησης, με τι μισθό και ποιες είναι μερικής».
Αναφερόμενη ειδικά στα προγράμματα κατάρτισης, έθεσε το ζήτημα της αποτελεσματικότητάς τους σε σχέση με την πραγματική ένταξη στην αγορά εργασίας, ζητώντας συγκεκριμένα στοιχεία: «Πόσοι άνθρωποι που παρακολούθησαν την κατάρτιση βρήκαν εντός εξαμήνου συναφή θέση εργασίας;».
Με τον τρόπο αυτό, ανέδειξε ότι η αξιολόγηση των προγραμμάτων δεν μπορεί να περιορίζεται στην υλοποίησή τους, αλλά πρέπει να βασίζεται στο πραγματικό τους αποτύπωμα.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στο πρόγραμμα «55+», θέτοντας ένα κρίσιμο ερώτημα για τον χαρακτήρα του: αν αποτελεί εργαλείο ουσιαστικής επανένταξης ή απλώς μια προσωρινή λύση πριν την επιστροφή στην ανεργία. Όπως ανέφερε: «Μιλάμε για πραγματική επανένταξη στην αγορά εργασίας ή για μία προσωρινή στάση μέχρι να ξαναβγούν στην ανεργία;».
Παράλληλα, έθεσε το ζήτημα της αποδοτικότητας των δημόσιων πόρων, αναδεικνύοντας ένα σημαντικό οικονομικό και διαχειριστικό ερώτημα: «Έχει
υπολογίσει η Δ.ΥΠ.Α. πόσο κοστίζει να εκπαιδεύονται άνθρωποι και μετά να μένουν άνεργοι;».
Στο ίδιο πλαίσιο, έθιξε το θέμα της αξιοποίησης των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης, ζητώντας διευκρινίσεις για ενδεχόμενες απεντάξεις προγραμμάτων και για το αν έχουν υπάρξει παρεμβάσεις ή έλεγχοι από ευρωπαϊκούς θεσμούς.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε και στο πρόγραμμα απασχόλησης γυναικών και μητέρων, αναδεικνύοντας μια σημαντική αντίφαση μεταξύ της ζήτησης και των όρων του προγράμματος: «Η συντριπτική πλειοψηφία των αιτήσεων είναι για πλήρη απασχόληση… πώς συνδυάζεται αυτό με το 50% υποχρεωτικής ημιαπασχόλησης;».
Με τον τρόπο αυτό, ανέδειξε ότι οι πολιτικές απασχόλησης δεν μπορούν να αγνοούν τις πραγματικές ανάγκες των εργαζομένων.
Στη συνέχεια, αναφέρθηκε στις «Ημέρες Καριέρας», θέτοντας ζητήματα τόσο ως προς τις συνθήκες εργασίας των ίδιων των εργαζομένων που τις υλοποιούν, όσο και ως προς την ουσιαστική τους αποτελεσματικότητα. Όπως σημείωσε, η αξιολόγηση αυτών των δράσεων πρέπει να βασίζεται σε συγκεκριμένα και μετρήσιμα αποτελέσματα: «Όχι πόσοι συμμετείχαν, αλλά πόσοι προσελήφθησαν, σε ποιους κλάδους, με ποιες συνθήκες και με τι μισθούς».
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και σε εκκρεμή ζητήματα κοινοβουλευτικού ελέγχου, επισημαίνοντας χαρακτηριστικά την περίπτωση ερώτησης για τους τόκους υπερημερίας σε δανειολήπτες εργατικών κατοικιών, η οποία παραμένει αναπάντητη: «Καταθέσαμε ερώτηση από τον Μάρτιο… και δεν έχετε απαντήσει».
Κλείνοντας την τοποθέτησή της, η κα Σπυριδάκη ανέδειξε το ζήτημα της υποστελέχωσης της Δ.ΥΠ.Α. και της βιωσιμότητας των προγραμμάτων, θέτοντας ένα κρίσιμο ερώτημα για το μέλλον τους: «Με τη λήξη του προγράμματος των εργασιακών συμβούλων… πώς θα υλοποιηθούν όλα αυτά τα προγράμματα;».
Και υπογράμμισε τη σημασία της παρουσίας αυτών των ανθρώπων, ειδικά στην περιφέρεια: «Στη δική μου περιφέρεια ήταν καθοριστικής σημασίας η συμβολή τους».
Η παρέμβασή της ανέδειξε με σαφήνεια ότι οι πολιτικές απασχόλησης δεν μπορούν να αξιολογούνται μόνο με όρους απορρόφησης πόρων ή αριθμού ωφελούμενων, αλλά απαιτούν ουσιαστική αξιολόγηση, διαφάνεια, συνέχεια και –κυρίως– πραγματικό αντίκτυπο στην αγορά εργασίας και στην καθημερινότητα των πολιτών.
Ακολουθήστε μας στο Google News για να ενημερώνεστε για τα τελευταία νέα









