Η εκτίμηση αυτή βασίζεται στη σταδιακή σύσφιξη της φυσικής αγοράς
Η παγκόσμια αγορά αλουμινίου εισέρχεται στο 2026 με σαφώς διαφοροποιημένη δυναμική σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια, καθώς η τιμή έχει ήδη διασπάσει κρίσιμα επίπεδα και οι βασικοί αναλυτές συγκλίνουν ότι οι δομικοί παράγοντες της αγοράς παραμένουν υποστηρικτικοί. Στις αρχές Ιανουαρίου, η τιμή του αλουμινίου στο LME ξεπέρασε τα 3.000 δολάρια ανά τόνο, φτάνοντας στα 3.018 δολάρια για το συμβόλαιο τριμήνου – επίπεδο που συνιστά υψηλό περίπου τριάμισι ετών και επιβεβαιώνει την επιτάχυνση του ανοδικού κύκλου .
Σύμφωνα με την HARBOR Aluminum Intelligence, η κίνηση αυτή αποτελεί φυσική συνέχεια της πορείας του 2025, χρονιά κατά την οποία το αλουμίνιο κατέγραψε το υψηλότερο ετήσιο κλείσιμο στην ιστορία του LME, κοντά στα 3.000 δολάρια ανά τόνο. Σε ετήσια βάση, η τιμή ενισχύθηκε κατά 17,4%, ενώ από τον Απρίλιο του 2025 έως σήμερα έχει αυξηθεί κατά περισσότερα από 700 δολάρια ή περίπου 31% .
Η HARBOR επισημαίνει ότι η υπέρβαση των 3.000 δολαρίων λειτουργεί ως τεχνική επιβεβαίωση της ανοδικής τάσης, με τον οίκο να τοποθετεί τον επόμενο βασικό στόχο στην περιοχή των 3.300 δολαρίων ανά τόνο εντός των επόμενων εβδομάδων ή μηνών. Παράλληλα, στο report σημειώνεται ότι, από τεχνικής πλευράς, η αγορά διατηρεί ανοικτό το ενδεχόμενο προσέγγισης ακόμη υψηλότερων επιπέδων εντός του 2026, εφόσον διατηρηθεί η τρέχουσα δυναμική .
Η εκτίμηση αυτή βασίζεται όχι μόνο στη συμπεριφορά των τιμών, αλλά και στη σταδιακή σύσφιξη της φυσικής αγοράς, με τα διαθέσιμα αποθέματα και τη ροή μετάλλου να εμφανίζουν ολοένα και μικρότερα περιθώρια απορρόφησης αιφνίδιων διαταραχών.
Το κινεζικό “ταβάνι” και οι ενεργειακοί περιορισμοί προσφορά
Στη μεσοπρόθεσμη εικόνα, ο καθοριστικός παράγοντας παραμένει η προσφορά. Η Morgan Stanley τονίζει ότι το αλουμίνιο βρίσκεται σε πλεονεκτική θέση σε σχέση με άλλα βασικά μέταλλα, καθώς το ανώτατο όριο δυναμικότητας (capacity cap) στην Κίνα περιορίζει ουσιαστικά τη δυνατότητα περαιτέρω αύξησης παραγωγής. Σε συνδυασμό με τις ενεργειακές προκλήσεις και τις δυσκολίες επανεκκίνησης ή επέκτασης χυτηρίων σε Ευρώπη και ΗΠΑ, η παγκόσμια αγορά εμφανίζει σαφή σημάδια δομικής στενότητας .
Η Morgan Stanley κατατάσσει το αλουμίνιο στην τρίτη θέση προτίμησης μεταξύ των εμπορευμάτων για το 2026, εκτιμώντας ότι έχει περιθώριο να «καλύψει το κενό» ανόδου σε σχέση με τον χαλκό. Όπως σημειώνει, οι περιορισμοί στην προσφορά δεν είναι συγκυριακοί αλλά διαρθρωτικοί, γεγονός που διαφοροποιεί το τρέχον ανοδικό σκέλος από προηγούμενους κύκλους υπερπροσφοράς .
Ζήτηση και μακροοικονομικό υπόβαθρο
Στο σκέλος της ζήτησης, η εικόνα παραμένει σύνθετη αλλά συνολικά υποστηρικτική. Η HARBOR κάνει λόγο για σταδιακή επιστροφή της τελικής ζήτησης, μετά από μια περίοδο αναβολής επενδύσεων και αποθεματοποίησης. Βελτιωμένη ορατότητα στην εμπορική πολιτική των ΗΠΑ, αυξημένα επενδυτικά προγράμματα, ανάγκες αναπλήρωσης αποθεμάτων και προοπτικές χαμηλότερων επιτοκίων συνθέτουν ένα περιβάλλον που ευνοεί τη βιομηχανική κατανάλωση .
Η Morgan Stanley προσθέτει ότι η ευρύτερη στροφή των επενδυτών προς τα πραγματικά περιουσιακά στοιχεία, σε συνδυασμό με τις μειώσεις επιτοκίων και την πιθανή αποδυνάμωση του δολαρίου, λειτουργεί ως πρόσθετος μοχλός στήριξης για το σύμπλεγμα των μετάλλων συνολικά .
Η οπτική της BofA: Δομική αλλαγή για το αλουμίνιο
Σε πιο επενδυτική οπτική, η Bank of America τοποθετεί το αλουμίνιο μεταξύ των μετάλλων για τα οποία διατηρεί θετική μεσοπρόθεσμη άποψη, επισημαίνοντας ότι η αγορά εισέρχεται σε φάση διαφορετική από το παρελθόν. Όπως αναφέρει, το αλουμίνιο αποτελεί κατ’ εξοχήν «κεφαλαιουχικό» κλάδο, όπου για μεγάλο μέρος των τελευταίων δύο δεκαετιών η Κίνα οδηγούσε σε υπερπροσφορά. Ωστόσο, το υφιστάμενο όριο δυναμικότητας στην Κίνα, σε συνδυασμό με πιο περιορισμένες εξαγωγές, οδηγεί πλέον σε σαφώς πιο σφιχτή παγκόσμια αγορά .
Η BofA υπογραμμίζει επίσης τον ρόλο της αγοράς αλουμίνας, σημειώνοντας ότι οι συνθήκες στενότητας στη συγκεκριμένη πρώτη ύλη ενδέχεται να περιορίσουν περαιτέρω την παραγωγή και να λειτουργήσουν υποστηρικτικά για τις τιμές του τελικού μετάλλου. Στο πλαίσιο αυτό, η εικόνα για το αλουμίνιο παραμένει ευνοϊκή, παρά τη μεταβλητότητα που προκαλούν οι εξελίξεις στην παγκόσμια οικονομία και την εμπορική πολιτική .
Εκτιμήσεις τιμών και απόκλιση από την αγορά
Σε επίπεδο προβλέψεων, η Morgan Stanley τοποθετεί τη μέση τιμή αλουμινίου για το 2026 στα 3.088 δολάρια ανά τόνο, περίπου 15% υψηλότερα από το consensus της αγοράς. Για το 2027, η εκτίμηση διαμορφώνεται στα 2.900 δολάρια, υποδηλώνοντας ότι ακόμη και μετά την κορύφωση του κύκλου, η αγορά δύσκολα θα επιστρέψει στα χαμηλά προηγούμενων ετών .
Η συνολική εικόνα που προκύπτει από τις αναλύσεις των HARBOR, Morgan Stanley και Bank of America είναι αυτή μιας αγοράς αλουμινίου που έχει αφήσει πίσω της τη φάση της χρόνιας υπερπροσφοράς. Με την τιμή ήδη πάνω από τα 3.000 δολάρια, με βραχυπρόθεσμους στόχους υψηλότερα και με σαφείς δομικούς περιορισμούς στην προσφορά, το αλουμίνιο εισέρχεται στο 2026 με θεμελιώδη στήριξη που δύσκολα αγνοείται από την αγορά.
Ακολουθήστε μας στο Google News για να ενημερώνεστε για τα τελευταία νέα









