Aναλυτικά όσα είπε η βουλευτής Λασιθίου
Στην Ολομέλεια της Βουλής τοποθετήθηκε η Βουλευτής Λασιθίου του ΠΑΣΟΚ, Κατερίνα Σπυριδάκη, κατά τη συζήτηση του νομοσχεδίου του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών για την κύρωση της Σύμβασης Παραχώρησης του δικαιώματος χρήσης, λειτουργίας, διαχείρισης και εκμετάλλευσης του Εθνικού Χιονοδρομικού Κέντρου Βασιλίτσας.
Η παρέμβασή της κινήθηκε σε δύο διακριτούς άξονες. Αρχικά αναφέρθηκε στις καταστροφικές πυρκαγιές των προηγούμενων ημερών και ιδιαίτερα στη μεγάλη φωτιά που έπληξε την Ιεράπετρα, αποτίοντας φόρο τιμής σε όλους όσοι βρέθηκαν στην πρώτη γραμμή της μάχης. Στη συνέχεια ανέπτυξε την πολιτική θέση του ΠΑΣΟΚ για τη σύμβαση παραχώρησης της Βασιλίτσας, επισημαίνοντας ότι η αναβάθμιση του χιονοδρομικού κέντρου αποτελεί αναγκαιότητα, όμως δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί μέσα από μία σύμβαση που αφήνει σοβαρά θεσμικά, οικονομικά και αναπτυξιακά ερωτήματα αναπάντητα.
Ξεκινώντας την ομιλία της, η κα Σπυριδάκη στάθηκε στις πυρκαγιές που δοκίμασαν τη χώρα, με ιδιαίτερη αναφορά στην Ιεράπετρα, υπογραμμίζοντας την αυτοθυσία των πυροσβεστών, των εθελοντών και όλων των δυνάμεων που συμμετείχαν στην επιχείρηση κατάσβεσης.
Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε: «Πριν περάσω στο θέμα της σημερινής συζήτησης θέλω να αναφερθώ σε ένα πολύ σημαντικό ζήτημα που βασανίζει τη χώρα μας κάθε καλοκαίρι. Και δεν μιλώ για άλλο από τα 96 πύρινα μέτωπα που είχαμε τις προηγούμενες μέρες σε όλη τη χώρα και ένα από αυτά στη δική μου περιφέρεια και στην πόλη από την οποία κατάγομαι, στην Ιεράπετρα. Θέλω να τονίσω σε αυτή την Αίθουσα ότι ήταν και οι εποχικοί πυροσβέστες, τους οποίους εσείς, κύριοι της Κυβέρνησης, αφήσατε εκτός. Ήταν εκεί με τις στολές τους να τιμήσουν το εθνόσημο, παρόλο που δεν ανήκουν πλέον στο Σώμα. Ένα μεγάλο μπράβο θέλω να πω στους πυροσβέστες μας και στους εθελοντές που έδωσαν μια τεράστια μάχη σε ιδιαίτερα δύσκολες συνθήκες και κατάφεραν να θέσουν υπό έλεγχο την πυρκαγιά.»
Περνώντας στο αντικείμενο του νομοσχεδίου, ξεκαθάρισε ότι το ΠΑΣΟΚ δεν αμφισβητεί την ανάγκη αναβάθμισης του Εθνικού Χιονοδρομικού Κέντρου Βασιλίτσας ούτε τη σημασία του για την ανάπτυξη της περιοχής. Αντίθετα, υποστήριξε ότι ακριβώς επειδή πρόκειται για μια δημόσια υποδομή στρατηγικής σημασίας, η Βουλή οφείλει να εξετάσει με ιδιαίτερη αυστηρότητα τους όρους της παραχώρησης.
Όπως χαρακτηριστικά τόνισε: «Μιλάμε για μία δημόσια υποδομή με ουσιαστικό αναπτυξιακό βάρος για την περιοχή των Γρεβενών, της Βόρειας Πίνδου και της Δυτικής Μακεδονίας. Είναι ένας προορισμός που μπορεί να στηρίξει εισόδημα, απασχόληση, τοπική επιχειρηματικότητα, τουρισμό όλο τον χρόνο. Και κυρίως –κάτι που για εμάς είναι πολύ σημαντικό– μπορεί να συγκρατήσει τον πληθυσμό σε μια περιοχή που ζητά πραγματική προοπτική, την ώρα που η ελληνική περιφέρεια ερημώνει.»
Η Βουλευτής υπογράμμισε ότι η πολιτική διαφωνία του ΠΑΣΟΚ δεν αφορά την αναγκαιότητα της επένδυσης, αλλά τους όρους με τους οποίους αυτή επιχειρείται να υλοποιηθεί.
Όπως ανέφερε: «Το ζήτημα δεν είναι αν πρέπει να αναβαθμιστεί η Βασιλίτσα. Προφανώς και πρέπει να αναβαθμιστεί. Το ζήτημα είναι εάν και κατά πόσο η συγκεκριμένη σύμβαση μπορεί να εξασφαλίσει με επάρκεια το συμφέρον του ελληνικού δημοσίου, της τοπικής κοινωνίας, της δημόσιας περιουσίας και φυσικά το ίδιο το μέλλον του ορεινού τουρισμού.»
Στη συνέχεια αναφέρθηκε στις τοποθετήσεις των φορέων κατά τη συζήτηση στις αρμόδιες επιτροπές, επισημαίνοντας ότι όλοι ανέδειξαν την ανάγκη επανεκκίνησης της περιοχής, αλλά και τις σοβαρές αδυναμίες των υφιστάμενων υποδομών. Όπως επισήμανε, ακριβώς γι’ αυτό απαιτείται μια σύμβαση πλήρως τεκμηριωμένη, ελέγξιμη και δεσμευτική.
Σε αυτό το πλαίσιο έθεσε το βασικό πολιτικό ερώτημα της παρέμβασής της: «Το θέμα, λοιπόν, δεν είναι το κυβερνητικό ψευτοδίλημμα “ή ψηφίζουμε και θέλουμε ανάπτυξη ή δεν ψηφίζουμε και είμαστε οπισθοδρομικοί”. Είναι ακριβώς το αντίθετο. Όταν ένα ζήτημα είναι τόσο σπουδαίο για την περιοχή, απαιτείται ακόμα μεγαλύτερη συνέπεια και προσοχή. Διότι εδώ η Βουλή καλείται να κυρώσει μία παραχώρηση τριάντα ετών με δυνατότητα παράτασης ακόμα δέκα χρόνια.»
Η κα Σπυριδάκη στάθηκε ιδιαίτερα στην έλλειψη ουσιαστικής τεκμηρίωσης της σύμβασης, επισημαίνοντας ότι από τη Βουλή ζητείται να εγκρίνει μία παραχώρηση διάρκειας έως σαράντα ετών χωρίς να έχει στη διάθεσή της όλα τα αναγκαία στοιχεία.
Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε: «Δεν έχουμε συγκεκριμένο δεσμευτικό επενδυτικό πρόγραμμα. Δεν έχουμε χρονοδιάγραμμα. Δεν έχουμε επαρκείς ελεγκτικούς μηχανισμούς που να μπορούν να ενεργοποιηθούν στην πράξη. Η Νέα Δημοκρατία ζητά πάλι από τη Βουλή να εγκρίνει μία μακροχρόνια παραχώρηση, να νομιμοποιήσει εκ των υστέρων υφιστάμενες εγκαταστάσεις και να θεσπίσει ειδικά αναπτυξιακά δικαιώματα, χωρίς να έχει καταθέσει πλήρη φάκελο που θα έπρεπε ουσιαστικά να έχουμε για τον κοινοβουλευτικό έλεγχο.»
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε και στο οικονομικό σκέλος της παραχώρησης, σημειώνοντας ότι χωρίς πλήρη ανεξάρτητη αποτίμηση δεν μπορεί να διαπιστωθεί αν το αντάλλαγμα που λαμβάνει το Δημόσιο ανταποκρίνεται στην πραγματική αξία της δημόσιας περιουσίας που παραχωρείται.
Όπως υπογράμμισε: «Μιλάμε για μία δημόσια υποδομή, για μία παραχώρηση που μπορεί να διαρκέσει τέσσερις δεκαετίες και το οικονομικό αντάλλαγμα αντιμετωπίζεται ως λεπτομέρεια, ενώ το μείζον θέμα που είναι η προστασία του δημόσιου συμφέροντος δεν καλύπτεται. Όταν η Κυβέρνηση δεν καταθέτει πλήρως την ανεξάρτητη αποτίμηση, δεν μπορούμε να γνωρίζουμε αν το Δημόσιο έχει ένα ουσιαστικά δίκαιο αντάλλαγμα γι’ αυτό που παραχωρεί.»
Παράλληλα, αναφέρθηκε στις εξαγγελίες για επενδύσεις, νέες θέσεις εργασίας και ανάπτυξη του ορεινού τουρισμού, επισημαίνοντας ότι άλλο πράγμα αποτελούν οι πολιτικές εξαγγελίες και άλλο οι δεσμευτικοί όροι μιας σύμβασης.
Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε: «Ακούσαμε αναφορές σε επενδύσεις τριάντα έξι εκατομμυρίων ευρώ. Ακούσαμε για εκατό άτομα προσωπικό. Ακούσαμε για αναβατήρες, για τουρισμό όλο τον χρόνο. Όμως οι συμβατικές δεσμεύσεις είναι κάτι διαφορετικό. Είναι άλλο να έρθω και να σας παρουσιάσω ένα power point με τις ιδέες μου και άλλο ένα συγκεκριμένο business plan ενσωματωμένο στη σύμβαση. Η Βουλή δεν κυρώνει προσδοκίες. Κυρώνει υποχρεώσεις.»
Ολοκληρώνοντας την τοποθέτησή της, η Βουλευτής ανέδειξε τη βασική πολιτική διαφοροποίηση του ΠΑΣΟΚ από την κυβερνητική αντίληψη για τη διαχείριση της δημόσιας περιουσίας, υπογραμμίζοντας ότι η αξιοποίηση δεν μπορεί να ταυτίζεται με την απλή παραχώρηση δικαιωμάτων.
Όπως τόνισε: «Η δημόσια περιουσία δεν είναι πεδίο για βιαστικές διευθετήσεις ούτε η ανάπτυξη μπορεί να μετρείται μόνο με το αν βρεθεί κάποιος να αναλάβει μία υποδομή. Η ανάπτυξη κινείται από το να υπάρχουν κανόνες, δεσμεύσεις, λογοδοσία, δίκαιο αντάλλαγμα, σεβασμός στο περιβάλλον, στο πραγματικό όφελος για την τοπική κοινωνία. Αυτή είναι η δική μας αντίληψη. Θέλουμε έναν τουρισμό βιώσιμο, ποιοτικό, ανθεκτικό, συνδεδεμένο με τις τοπικές κοινωνίες, με την παραγωγή, με τον πολιτισμό, με το φυσικό περιβάλλον και όχι αόριστες υποσχέσεις.»
Ακολουθήστε μας στο Google News για να ενημερώνεστε για τα τελευταία νέα









