Η παγκόσμια παραγωγή ελαιολάδου εκτιμάται ότι εκτοξεύθηκε στους 3,57 εκατ. τόνους
Η ελληνική αγορά ελαιολάδου κινείται την τρέχουσα περίοδο μέσα σε ένα περιβάλλον έντονων διακυμάνσεων στη διεθνή παραγωγή, αλλά και σταδιακής αποκλιμάκωσης των τιμών παραγωγού.
Τα στοιχεία της νέας έκθεσης του Διεθνούς Συμβουλίου Ελαιολάδου (IOC), για τις καλλιεργητικές περιόδους 2024/25 και 2025/26 αποτυπώνουν με σαφήνεια την ισχυρή θέση της Ελλάδας στον παγκόσμιο χάρτη από τη μία, αλλά και τις πιέσεις που δέχονται οι παραγωγοί από την άλλη.
Κατά την καλλιεργητική περίοδο 2024/25, η παγκόσμια παραγωγή ελαιολάδου εκτιμάται ότι εκτοξεύθηκε στους 3,57 εκατ. τόνους, με τις χώρες–μέλη του Διεθνούς Συμβουλίου Ελαιολάδου (IOC) να καλύπτουν το 95% του συνόλου.
Σε αυτό το πλαίσιο, η Ελλάδα καταγράφει παραγωγή περίπου 250.000 τόνων, σημειώνοντας αύξηση 30% σε σύγκριση με την προηγούμενη περίοδο.
Η επίδοση αυτή τοποθετεί τη χώρα σταθερά ανάμεσα στους βασικούς ευρωπαϊκούς παραγωγούς, πίσω από την Ισπανία αλλά συγκρίσιμη με την Ιταλία, η οποία την ίδια περίοδο εμφάνισε σημαντική πτώση.
Η άνοδος της ελληνικής παραγωγής συνδέεται με καλύτερες καιρικές συνθήκες σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά, αλλά και με τη μερική αποκατάσταση των αποδόσεων σε βασικές ελαιοπαραγωγικές περιοχές.
Για την καλλιεργητική περίοδο 2025/26, ωστόσο, το τοπίο αλλάζει. Η παγκόσμια παραγωγή ελαιολάδου αναμένεται να διαμορφωθεί περίπου στους 3.440.000 τόνους, σημειώνοντας μείωση 4% σε σχέση με την προηγούμενη περίοδο. Οι εισαγωγές και οι εξαγωγές εκτιμάται ότι θα ξεπεράσουν τα 1,2 εκατ. τόνους.
Οι χώρες–μέλη του IOC εκτιμούν συνολική παραγωγή 3.267.000 τόνων, που εξακολουθεί να αντιστοιχεί στο 95% της παγκόσμιας παραγωγής, αλλά θα είναι μειωμένη κατά 4% σε σύγκριση με την προηγούμενη καλλιεργητική περίοδο.
Οι χώρες παραγωγοί της Ευρωπαϊκής Ένωσης προβλέπουν παραγωγή 2.056.000 τόνων (−3%), ενώ οι υπόλοιπες χώρες–μέλη του IOC αναμένεται να παράγουν 1.211.000 τόνους (−6%).
Αν και δεν υπάρχει ακόμη εξειδίκευση ανά χώρα, άρα και για την Ελλάδα, η γενικότερη μείωση στην Ευρωπαϊκή Ένωση υποδηλώνει ότι και η ελληνική παραγωγή ενδέχεται να κινηθεί χαμηλότερα, χωρίς όμως να επιστρέφει σε ιδιαίτερα χαμηλά επίπεδα.
Η παγκόσμια κατανάλωση θα μπορούσε να φτάσει τους 3.248.000 τόνους, γεγονός που θα αντιστοιχούσε σε αύξηση 1% σε σχέση με την προηγούμενη καλλιεργητική περίοδο.
Εξαιρετικά παρθένο ελαιόλαδο: Στα 4,65 ευρώ το κιλό οι τιμές παραγωγού τον Δεκέμβριο
Στο σκέλος των τιμών, τα πιο πρόσφατα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι οι τιμές παραγωγού για το εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο στην Ελλάδα ακολουθούν καθοδική πορεία, αν και με ηπιότερους ρυθμούς σε σύγκριση με άλλες μεγάλες αγορές της Μεσογείου.
Στα Χανιά -την περιοχή που αξιοποιεί πάντα ως σημείο αναφοράς το IOC – , την εβδομάδα 8–14 Νοεμβρίου, η τιμή διαμορφώθηκε στα 465 ευρώ ανά 100 κιλά (4,65 ευρώ το κιλό), καταγράφοντας μείωση 6% σε ετήσια βάση.
Η πτώση αυτή είναι αισθητά μικρότερη από εκείνη που παρατηρείται στην Ιταλία, αλλά και χαμηλότερη από την αντίστοιχη μείωση στην Ισπανία, γεγονός που υποδηλώνει μεγαλύτερη ανθεκτικότητα της ελληνικής αγοράς.
Συγκεκριμένα για τις τιμές παραγωγού σε Ισπανία και Ιταλία:
- Στην Χαέν(Ισπανία): την εβδομάδα 8–14 Δεκεμβρίου, διαμορφώθηκαν στα 4,33 ευρώ/κιλό (−11% σε ετήσια βάση)
- Στο Μπάρι(Ιταλία): την εβδομάδα 8–14 Δεκεμβρίου, διαμορφώθηκαν στα 6,65 ευρώ/κιλό (−30% σε ετήσια βάση)
Επιτραπέζιες ελιές: Εκτοξεύτηκε η Τουρκία το 2024/2025, αλλά η Ελλάδα θα παραμείνει ανθεκτική
Αντίστοιχα, σύμφωνα με τα στοιχεία του IOC, η παγκόσμια παραγωγή επιτραπέζιων ελιών την καλλιεργητική περίοδο 2024/25 εκτιμάται στους 3.316.500 τόνους, καταγράφοντας αύξηση 19% σε σύγκριση με την προηγούμενη περίοδο. Μεταξύ των χωρών–μελών του IOC, ξεχωρίζει η αύξηση που σημειώνεται στην Τουρκία (+53%). Η Ελλάδα ανέβηκε από τους 110.000 τόνους του 2023/2024 στους 238.000 τόνους το 2024/2025.
Για την καλλιεργητική περίοδο 2025/26, οι εκτιμήσεις δείχνουν μείωση κατά 10%, με την παγκόσμια παραγωγή να διαμορφώνεται στους 2.986.000 τόνους. Σε αντίθεση βέβαια με την Τουρκία, όπου αναμένεται βουτιά 40% στην παραγωγή, η Ελλάδα αναμένεται να δείξει μικρή άνοδο ύψους 2% στους 242.000 τόνους.
Ακολουθήστε μας στο Google News για να ενημερώνεστε για τα τελευταία νέα









