Του Χαράλαμπου Γκότση – Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) προχώρησε, μετά από τρία χρόνια, στην πρώτη αύξηση των επιτοκίων αναφοράς.
Μια απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου, που στηρίχτηκε στην καταγεγραμμένη αύξηση του γενικού επιπέδου των τιμών για την Ευρωζώνη τον Μάιο στο 3,2%, με ανοδική τάση και διατήρηση τουλάχιστον και για το Α’ εξάμηνο του επόμενου έτους πλησίον του 3%.
Έτσι, όπως ήταν αναμενόμενο με βάση τα στοιχεία, το Διοικητικό Συμβούλιο της εκδοτικής τράπεζάς μας, πιστό στη βασική του αποστολή (Mandate), που είναι η διαφύλαξη της αγοραστικής αξίας του νομίσματός μας, αύξησε τα επιτόκια βάσης κατά ο,25%. Η ενέργεια αυτή όμως δέχεται κριτική, όχι μόνο σχετικά με το χρόνο (timing) που ελήφθη, αλλά και κυρίως για τις δυσμενείς επιπτώσεις που θα έχει στις οικονομίες της Ευρωζώνης. Υπάρχουν ήδη επικριτικές τοποθετήσεις από τα συνδικάτα, τα οποία βλέπουν περεταίρω επιβράδυνση των οικονομιών και συνακόλουθα απώλεια θέσεων εργασίας, αλλά και από πολλές κλαδικές επιχειρηματικές ενώσεις. Οι βασικότερες ενστάσεις όμως προέρχονται από επιστημονικούς κύκλους, οι οποίοι αμφισβητούν την αποτελεσματικότητα της επίδρασης μιας αύξησης των επιτοκίων στην αντιμετώπιση του πληθωρισμού στο σημερινό περιβάλλον, ενώ από την άλλη είναι βέβαιο ότι θα προκαλέσει επιβράδυνση της οικονομικής ανάπτυξης, αν όχι στασιμοπληθωρισμό. Το μέτρο πάσχει , αφού δεν είναι σε θέση να επηρεάσει τις αιτίες που δημιούργησαν τις πληθωριστικές πιέσεις.
Πληθωρισμός κόστους και κερδών και όχι ζήτησης
Δεν υπάρχει αμφιβολία, ότι οι αιτίες της εμφάνισης αλλά και επιδείνωσης των πληθωριστικών πιέσεων βρίσκονται στην πλευρά της προσφοράς και όχι της ζήτησης. Το κλείσιμο των στενών του Ορμούζ, η καταστροφή ενεργειακών πηγών, εγκαταστάσεων και δικτύων μεταφοράς, δεν επηρεάζονται από την αύξηση των επιτοκίων.
Εάν επρόκειτο για ένα καθαρά νομισματικό φαινόμενο με αιτία την πλεονάζουσα ζήτηση, όπου η ρευστότητα υπερτερεί μιας χωλαίνουσας προσφοράς, τότε η κεντρική τράπεζα έχει τη δυνατότητα μέσω της αύξησης των επιτοκίων αναφοράς να επηρεάσει το κόστος χρήματος, το οποίο με τη σειρά του επιδρά ανασταλτικά τόσο στην πραγματοποίηση επενδύσεων όσο και στην κατανάλωση των νοικοκυριών, με τελικό αποτέλεσμα τη μείωση πιέσεων που ασκούνται στην προσφορά. Το κόστος όμως μιας τέτοιας περιοριστικής πολιτικής, με στόχο πάντα τη μείωση του πληθωρισμού, φέρουν οι εργαζόμενοι, αφού μια τέτοια περιοριστική πολιτική συνοδεύεται από αύξηση της ανεργίας.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση όμως, οι πληθωριστικές πιέσεις προέρχονται από την πλευρά της προσφοράς, με την αύξηση του κόστους παραγωγής, όπου οι επιχειρήσεις βλέπουν τις πωλήσεις τους να μειώνονται και τα κέρδη τους να περικόπτονται. Έτσι, είναι εύλογο να προβούν και οι ίδιες σε περιοριστικά μέτρα. Αναβάλλουν λοιπόν τις όποιες επενδύσεις σχεδίαζαν και περιορίζουν την παραγωγή τους. Για την αντιμετώπιση αυτού του προβλήματος η ΕΚΤ δε διαθέτει κανένα εργαλείο. Με αυξήσεις των επιτοκίων δεν σταματάει ο πόλεμος των ΗΠΑ-Ισραήλ με το Ιράν, δεν ανοίγουν τα στενά του Ορμούζ, δεν αποκαθίστανται άμεσα οι ζημιές στο παραγωγικό δυναμικό της ευρύτερης περιοχής του κόλπου, δεν αποκαθίστανται οι ροές εκατομμυρίων βαρελιών πετρελαίου που λείπουν από τις αγορές και εντέλει δεν μειώνονται οι τιμές των ενεργειακών προιόντων αλλά και όλων όσων η διαμόρφωσή τους εξαρτάται από αυτές.
Η μόνη πολιτική που μπορεί να παράσχει κάποια αποτελέσματα μείωσης των τιμών, είναι ένα μείγμα δημοσιονομικών μέτρων σε συνδυασμό με αυξημένους ελέγχους των επιτροπών ανταγωνισμού. Έλεγχοι τιμών, έλεγχοι κερδών, έλεγχοι αποθεμάτων και όπου διαπιστώνονται φαινόμενα κερδοσκοπίας να επιβάλλονται κυρώσεις ή έκτακτη φορολόγηση. Επίσης για την ανακούφιση των ευάλωτων νοικοκυριών, η μείωση του ειδικού φόρου κατανάλωσης καυσίμων ή του φόρου προστιθέμενης αξίας σε βασικά προϊόντα κατανάλωσης, είναι σε θέση προσωρινά και στο πλαίσιο της δημοσιονομικής αντοχής κάθε χώρας, να παράσχουν κάποια βοήθεια.
Συμπερασματικά, η απόφαση της ΕΚΤ να αυξήσει τα επιτόκια περικλείει πολλούς κινδύνους, οι οποίοι αν επαληθευτούν θα δημιουργήσουν ένα ακόμη πρόβλημα στις πληγωμένες ευρωπαϊκές οικονομίες, των οποίων η αναπτυξιακή δυναμική αποδυναμώνεται από τρίμηνο σε τρίμηνο. Κυρίως δε οι υπερχρεωμένες μεγάλες χώρες του Νότου, όπως η Γαλλία και η Ιταλία, με τις πρόσθετες πρόσθετες επιτοκιακές επιβαρύνσεις που θα κληθούν να καταβάλλουν στις νέες εκδόσεις τους, θα αντιμετωπίσουν πιθανά προβλήματα εξυπηρέτησης του χρέους τους. Είναι κατανοητό βεβαίως, ότι σε επίπεδο συμβολισμού η ενέργεια της ΕΚΤ, κυρίως για να ενισχύσει την αξιοπιστία της, στέλνει ένα μήνυμα προς όλους τους συμμετέχοντες στις αγορές, επιχειρήσεις, συνδικάτα, αγορές χρήματος και κεφαλαίου, ενάντια στις πληθωριστικές προσδοκίες που καλλιεργούνται από κερδοσκοπικούς κύκλους και στις οποίες προτίθεται να αντισταθεί. Όμως, είναι αμφίβολο αν είναι σε θέση να αγγίξει τον πυρήνα του προβλήματος και να συμβάλλει στην αποκλιμάκωση των τιμών.
Σε κάθε περίπτωση, εκείνο, που θα πρέπει να επισημανθεί είναι, ότι, κυρίως λόγω της ρευστότητας στο μέτωπο των επιχειρήσεων γύρω από τα στενά του Ορμούζ και την αβεβαιότητα που παράγει, θα πρέπει να επιδιωχθεί η διατήρηση μιας ευελιξίας ως προς τη συνέχιση της συγκεκριμένης νομισματικής πολιτικής, η οποία δεν είναι υποχρεωτικό να είναι περιοριστική.
Exkurs: Τι σημαίνει η αύξηση για την Ελλάδα
Οι επίδραση της αύξησης των επιτοκίων αναφοράς της ΕΚΤ θα έχει χωρίς αμφιβολία σημαντικές επιδράσεις και στην ελληνική οικονομία. Έμμεσες και άμεσες. Κυρίως θα επιβαρυνθούν οι δανειολήπτες, νοικοκυριά και επιχειρήσεις, άμεσα με την αντίστοιχη αύξηση των δόσεων εξόφλησης των δανείων τους, σε περίπτωση που τα έχουν συνάψει με κυμαινόμενο επιτόκιο. Από την άλλη, η αύξηση των επιτοκίων λειτουργεί θετικά για τους καταθέτες, οι οποίοι απολαμβάνουν ένα υψηλότερο επιτόκιο. Αυτό, συμβαίνει στα άλλα τραπεζικά συστήματα, όχι όμως και στο ελληνικό, που αποτελεί εξαίρεση. Στις περισσότερες χώρες, είναι γνωστό, ότι οι τράπεζες έχουν ήδη προσαρμόσει προς τα πάνω τα επιτόκια καταθέσεων για να μην απωλέσουν πελάτες και κεφάλαια, στη χώρα μας όμως το θέμα αντιμετωπίζεται με αδιαφορία. Το μόνο αποτέλεσμα που θα πρέπει να αναμένουμε είναι, η περαιτέρω διεύρυνση του περιθωρίου κέρδους των τραπεζών.
Έμμεσες, επειδή αναμένεται μια περαιτέρω επιβράδυνση των οικονομιών της Ευρωζώνης, που αποτελούν και τον βασικότερο οικονομικό χώρο με τον οποίο συναλλάσσεται η χώρα μας, με αποτέλεσμα να μειωθούν οι εξαγωγές μας και πιθανόν και οι τουριστικές ροές.
Στο μέτωπο του πληθωρισμού τώρα, απευθείας ευεργετικά αποτελέσματα από την αύξηση των επιτοκίων αναφοράς της ΕΚΤ δεν αναμένονται, αφού όπως αναπτύχθηκε παραπάνω, δεν υπάρχει συσχετισμός μεταξύ των δύο μεγεθών. Στην περίπτωση μάλιστα της Ελλάδος, οι αιτίες του υψηλού πληθωρισμού που καταγράφεται σε επίπεδα άνω του 5%, δε βρίσκονται μόνον στην αύξηση της τιμής των ενεργειακών προϊόντων και τη συνακόλουθη επίδρασή τους στο γενικό επίπεδο των τιμών, αλλά και σε ένα σημαντικό βαθμό σε πληθωρισμό κερδών, ο οποίος είναι αποτέλεσμα ατελειών στη λειτουργία της αγοράς.
Πηγή: naftemporiki.gr
Ακολουθήστε μας στο Google News για να ενημερώνεστε για τα τελευταία νέα









