Άρθρο του Δημήτρη Βρύσαλη, περιφερειακού συμβούλου της «Λαϊκής Συσπείρωσης»
Με αφορμή το 3ο Φεστιβάλ Πρόληψης της Περιφέρειας Κρήτης, στις 20 και 21 Οκτωβρίου στο Ηράκλειο, η «Λαϊκή Συσπείρωση» αναδεικνύει ένα ουσιαστικό ζήτημα: Η πρόληψη δεν μπορεί να εξαντλείται σε εκδηλώσεις ενημέρωσης, κάποιες δωρεάν αποσπασματικού χαρακτήρα εξετάσεις και επικοινωνιακές διοργανώσεις.
Απαιτεί ολοκληρωμένο δημόσιο και δωρεάν σύστημα Υγείας, με επιστημονικό σχεδιασμό, μόνιμες δομές, επαρκή στελέχωση και συνέχεια στη φροντίδα. Γιατί πρόληψη δεν είναι μόνο να ενημερωθεί κάποιος για έναν κίνδυνο ή να εντοπιστεί έγκαιρα ένα πρόβλημα. Είναι να μπορεί να απευθυνθεί σε δημόσια υπηρεσία, να λάβει την αναγκαία θεραπεία και να παρακολουθείται συστηματικά, χωρίς οικονομικούς αποκλεισμούς.
Οι όποιες δράσεις ενημέρωσης και όποιες προληπτικές εξετάσεις -σε μέρος του πληθυσμού- από τις κινητές μονάδες της περιφέρειας δεν μπορούν να «εξαφανίσουν» την έλλειψη δημόσιων δομών για την πρόληψη. Οι δραστηριότητες ενημέρωσης, δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν ούτε την τραγική ανεπάρκεια των δημόσιων μονάδων Υγείας ούτε το γεγονός ότι η υγεία είναι εμπόρευμα, που ο λαός καλείται να το χρυσοπληρώσει.
Η περιφερειακή αρχή προβάλει τις δράσεις πρόληψης, αλλά στηρίζει την πολιτική που υπονομεύει το δικαίωμα στην υγεία και συνεισφέρει στη συσκότιση της ευθύνης της σημερινής κυβέρνησης και όλων των κόμματων που βαδίζουν στις ράγες της Ευρωπαϊκής Ένωσης χέρι – χέρι με τους επιχειρηματικούς κολοσσούς της Υγείας και τις ΜΚΟ.
Η στάση της Περιφερειακής Αρχής Κρήτης, που στηρίζεται από τις δυνάμεις του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ, δεν κρίνεται από τον αριθμό των εκδηλώσεων που διοργανώνει, αλλά από το αν διεκδικεί ουσιαστικά την κάλυψη των λαϊκών αναγκών και αντιπαλεύει την πολιτική που αφήνει ακάλυπτες τις ανάγκες στην πρόληψη και την περίθαλψη.
Η ουσία της κριτικής μας είναι ότι η Περιφερειακή Αρχή παρουσιάζει ένα σύνολο αποσπασματικών παρεμβάσεων ως ολοκληρωμένη πολιτική πρόληψης, χωρίς να αμφισβητεί την πολιτική που γεννά τις ελλείψεις, ενισχύει την εμπορευματοποίηση της Υγείας και μετατρέπει την προστασία της σε ατομική ευθύνη και οικονομική επιβάρυνση.
Το πλαίσιο λειτουργίας Περιφερειών και δήμων, από τον «Καλλικράτη» μέχρι τον «Κλεισθένη», εντάσσεται σε αυτή την κατεύθυνση, δημιουργώντας προϋποθέσεις για μεγαλύτερες ανισότητες ανάμεσα στις περιοχές, αποσπασματικές υπηρεσίες και πρόσθετη επιβάρυνση των λαϊκών οικογενειών μέσω της τοπικής φορολογίας και των τελών.
Η πείρα από τη μεταφορά αρμοδιοτήτων σε άλλους κρίσιμους τομείς, όπως η Παιδεία και οι παιδικοί σταθμοί, αναδεικνύει τους κινδύνους της υποχρηματοδότησης και της άνισης παροχής υπηρεσιών. Η πρόληψη δεν πρέπει να ακολουθήσει τον ίδιο δρόμο, με τις τοπικές κοινωνίες να καλούνται να αναζητούν πρόσθετους πόρους για την κάλυψη στοιχειωδών αναγκών.
Η Υγεία απαιτεί ενιαίο δημόσιο σχεδιασμό, σύμφωνα με τις σύγχρονες ανάγκες, πανελλαδική οργάνωση και σταθερή κρατική χρηματοδότηση. Χρειάζεται διασύνδεση όλων των υπηρεσιών, ώστε ο
εντοπισμός ενός προβλήματος να οδηγεί έγκαιρα στη διάγνωση, τη θεραπεία και τη συστηματική παρακολούθηση.
Το κρίσιμο ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο πόσες εξετάσεις θα πραγματοποιηθούν στο πλαίσιο μιας δράσης, αλλά τι συμβαίνει μετά: ποιος εξασφαλίζει την επιβεβαιωτική διάγνωση και τη θεραπεία, πού απευθύνεται ο ασθενής και τι γίνεται όταν οι δημόσιες δομές αδυνατούν να τον εξυπηρετήσουν εγκαίρως ή όταν ο ίδιος δεν έχει την οικονομική δυνατότητα να πληρώσει.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η ψυχική υγεία των παιδιών και των εφήβων. Η έγκαιρη αναγνώριση μιας δυσκολίας στην ψυχική υγεία, στη συμπεριφορά ή στην ανάπτυξη ενός παιδιού είναι σημαντική. Δεν αρκεί, όμως, να ευαισθητοποιηθεί ο γονιός και να ενημερωθεί ότι πρέπει να αναζητήσει βοήθεια. Χρειάζεται να υπάρχει δημόσια υπηρεσία στην οποία θα μπορεί να απευθυνθεί έγκαιρα, χωρίς πολύμηνες αναμονές και χωρίς να αναγκάζεται να πληρώνει ιδιώτες. Θα βρει επαρκώς στελεχωμένο Κέντρο Ψυχικής Υγείας; Θα εξασφαλίσει παιδοψυχιατρική αξιολόγηση, ψυχολογική υποστήριξη και θεραπευτική παρέμβαση, στις περιπτώσεις που απαιτείται; Θα υπάρχει συνέχεια στη φροντίδα και ουσιαστική στήριξη της οικογένειας;
Η κατάσταση στην Κρήτη αναδεικνύει με χαρακτηριστικό τρόπο τις συνέπειες της διαχρονικής υποστελέχωσης. Η σοβαρή έλλειψη προσωπικού στην Παιδοψυχιατρική Κλινική του ΠΑΓΝΗ, με έναν και μοναδικό παιδοψυχίατρο να καλείται να ανταποκριθεί σε ένα τεράστιο εύρος αναγκών, από τις νοσηλείες και τα εξωτερικά ιατρεία μέχρι τα επείγοντα περιστατικά, τις εκτιμήσεις που σχετίζονται με τα σχολεία και τις εισαγγελικές παραγγελίες, αποτυπώνει τα αδιέξοδα ενός συστήματος που δεν καλύπτει τις πραγματικές ανάγκες.
Παιδιά, έφηβοι και οικογένειες χρειάζονται έγκαιρη επιστημονική αξιολόγηση και συνεχή φροντίδα, όχι να περιμένουν μέχρι να επιδεινωθεί το πρόβλημα. Απαιτούνται επαρκώς στελεχωμένες δημόσιες υπηρεσίες, με παιδοψυχιάτρους, παιδοψυχολόγους και άλλους επαγγελματίες, σε συνεργασία με τα σχολεία, την Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας και τις κοινωνικές υπηρεσίες. Όταν οι δημόσιες δομές δεν επαρκούν, η οικογένεια ωθείται στην αναζήτηση ιδιωτικών υπηρεσιών, με σημαντικό οικονομικό κόστος. Έτσι, η έγκαιρη παρέμβαση κινδυνεύει να γίνει προνόμιο όσων έχουν την οικονομική δυνατότητα να πληρώσουν. Δεν μπορεί, λοιπόν, να προβάλλεται η ευαισθητοποίηση για την ψυχική υγεία, την ίδια ώρα που δεν εξασφαλίζονται οι αναγκαίες δημόσιες υπηρεσίες για τη διάγνωση, τη θεραπεία και την παρακολούθηση των παιδιών.
Αντίστοιχα αποκαλυπτική είναι η κατάσταση στην οδοντιατρική περίθαλψη. Πάνω από το 95% των δαπανών για οδοντιατρικές υπηρεσίες στην Ελλάδα καταβάλλεται απευθείας από τους ασθενείς, ενώ η δημόσια οδοντιατρική φροντίδα παραμένει ανεπαρκής, με σοβαρές ελλείψεις σε προσωπικό και εξοπλισμό. Προγράμματα όπως το Dentist Pass, τα voucher και οι επιμέρους περιφερειακές δράσεις δεν μπορούν να υποκαταστήσουν ένα ολοκληρωμένο δημόσιο σύστημα οδοντιατρικής πρόληψης και θεραπείας. Όταν η ουσιαστική πρόσβαση στον οδοντίατρο εξαρτάται από την τσέπη του καθενός, η πρόληψη παύει να είναι καθολικό δικαίωμα και μετατρέπεται σε προνόμιο.
Επίσης, για τον καρκίνο τον καρκίνο του μαστού, για τον οποίο οι γυναίκες είναι αντιμέτωπες με την ανυπαρξία οργανωμένης και συστηματικής πρόληψης με πλήρη ευθύνη του κράτους. Ανεπαρκείς εξετάσεις, οι οποίες δεν συνοδεύονται από έγκαιρη δωρεάν και πλήρη θεραπεία σε ό,τι διαγιγνώσκεται. Είναι χαρακτηριστικό ότι μόνο το 16% των 323 μαστογράφων που υπάρχουν στη χώρα βρίσκονται σε δημόσιες δομές, ενώ το 76% των μαστογραφιών ετησίως πραγματοποιούνται σε ιδιωτικές δομές. Την ίδια στιγμή οι γυναίκες, που λόγω του ιστορικού τους χρειάζονται συχνές και εξειδικευμένες εξετάσεις (πχ. τομοσύνθεση, υπέρηχο 3D κλπ.), είναι υποχρεωμένες να τις χρυσοπληρώσουν.
Τα παραπάνω παραδείγματα αναδεικνύουν μια κοινή πραγματικότητα: η ενημέρωση και ο έγκαιρος εντοπισμός ενός προβλήματος δεν αρκούν, όταν δεν υπάρχει εξασφαλισμένη πρόσβαση στις υπηρεσίες που απαιτούνται για την αντιμετώπισή του.
Η ΠΡΟΛΗΨΗ ΑΠΑΙΤΕΙ ΜΟΝΙΜΕΣ ΔΗΜΟΣΙΕΣ ΔΟΜΕΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΖΩΗΣ ΚΑΙ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Σήμερα υπάρχουν όλες οι δυνατότητες για να απολαμβάνουμε όσα η επιστήμη θεωρεί ως τους σημαντικότερους προληπτικούς παράγοντες, δηλαδή, την ποιότητα ζωής, την υγιεινή διατροφή, τη σωματική δραστηριότητα, τον περιορισμό της έκθεσης σε καρκινογόνους παράγοντες, την ψυχική ευεξία. Δηλαδή, όλα όσα απαιτούν σταθερή και μόνιμη εργασία, με σταθερό ωράριο, αξιοπρεπείς μισθούς, μέτρα υγείας και ασφάλειας στους εργασιακούς χώρους, ελεύθερο χρόνο, μέτρα για την προστασία του περιβάλλοντος.
Το ίδιο ισχύει συνολικά για την Υγεία. Σήμερα, τον 21ο αιώνα, η πρόοδος της επιστήμης και της τεχνολογίας μπορεί να εξασφαλίσει ένα αποκλειστικά δημόσιο και δωρεάν σύστημα Υγείας, στελεχωμένο πλήρως με μόνιμο ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό και με βάση τις γεωγραφικές και πληθυσμιακές ανάγκες, ένα δημόσιο και δωρεάν δίκτυο Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας (ΠΦΥ), με επίκεντρο το Κέντρο Υγείας, που θα λειτουργεί με πυξίδα τις ανάγκες μας και όχι για τα κέρδη των επιχειρηματικών ομίλων.
Όμως όλες οι παραπάνω ανάγκες λογίζονται από την ευρωενωσιακή και διαχρονική κυβερνητική πολιτική «μη επιλέξιμο κόστος» για το εχθρικό στις ανάγκες του λαού κράτος και πεδίο κερδοφορίας για τους ομίλους της Ιδιωτικής Υγείας. Η μία μετά την άλλη οι κυβερνήσεις (ΝΔ, ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, ΝΔ-ΠΑΣΟΚ, ΠΑΣΟΚ) υλοποιούν πιστά τις κατευθύνσεις της ΕΕ για εμπορευματοποίηση της δημόσιας υγείας και την ανάπτυξη της επιχειρηματικής δράσης σε αυτήν. Ακόμα περισσότερο τώρα, την εποχή της γενικευμένης πολεμικής προετοιμασίας, της έντασης των ιμπεριαλιστικών πολεμικών σχεδιασμών, που οι κρατικές δαπάνες για τις ανάγκες των εργαζόμενων και των λαϊκών οικογενειών θυσιάζονται στα πολεμικά σφαγεία.
Απέναντι σε αυτές τις αντιλαϊκές πολιτικές οι εργαζόμενοι, ο λαός πρέπει, μέσα από τους αγώνες τους και τα σωματεία τους, να πιέζουν, να διεκδικούν, να προτείνουν και να αποσπούν κατακτήσεις.
Και στον τομέα της Υγείας επιβεβαιώνεται ότι δυο δρόμους ανάπτυξης έχει μπροστά του ο λαός. Τον σημερινό που αντιμετωπίζει την Υγεία ως εμπόρευμα ή τον δρόμο που θα έχει ως κριτήριο την ικανοποίηση των κοινωνικών αναγκών, έναν άλλο δρόμο ανάπτυξης, με εργατική – λαϊκή εξουσία, που στο επίκεντρο θα είναι η καθολική και απολύτως δωρεάν ικανοποίηση των διευρυμένων λαϊκών αναγκών, στην πρόληψη – θεραπεία και αποκατάσταση της υγείας.
Ακολουθήστε μας στο Google News για να ενημερώνεστε για τα τελευταία νέα









