Πολιτική 20.05.2026, 11:49

Κατερίνα Σπυριδάκη: «Στο Λασίθι δεν ζητάμε το αδύνατο – Ζητάμε αυτό που απαιτεί η πραγματικότητα: ένα σχέδιο»

Η κα Σπυριδάκη ξεκαθάρισε ότι η συζήτηση για το Κληρονομικό Δίκαιο δεν μπορεί να παραμείνει σε θεωρητικό επίπεδο, καθώς οι συνέπειες των αλλαγών αποτυπώνονται στην καθημερινότητα των πολιτών 

Στην Ολομέλεια της Βουλής τοποθετήθηκε η Βουλευτής Λασιθίου του ΠΑΣΟΚ, Κατερίνα Σπυριδάκη, κατά τη συζήτηση του νομοσχεδίου του Υπουργείου Δικαιοσύνης με θέμα «Αναμόρφωση του κληρονομικού δικαίου και άλλες διατάξεις», ασκώντας κριτική τόσο σε επιμέρους προβληματικές διατάξεις του νομοσχεδίου όσο και στον τρόπο με τον οποίο η Κυβέρνηση επιλέγει να νομοθετεί, εισάγοντας κρίσιμα ζητήματα διαφορετικής φύσης σε άσχετα νομοθετήματα, χωρίς ουσιαστική διαβούλευση και χωρίς επαρκή θεσμική τεκμηρίωση. Παράλληλα, έφερε στο προσκήνιο τη διαρκώς αυξανόμενη πίεση που δέχεται το Λασίθι και συνολικά η νότια Κρήτη από τις μεταναστευτικές ροές, αναδεικνύοντας την απουσία σχεδιασμού και κρατικής στήριξης.

Από την αρχή της ομιλίας της, η κα Σπυριδάκη ξεκαθάρισε ότι η συζήτηση για το Κληρονομικό Δίκαιο δεν μπορεί να παραμείνει σε θεωρητικό επίπεδο, καθώς οι συνέπειες των αλλαγών αποτυπώνονται στην καθημερινότητα των πολιτών. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε: «Κάθε αναμόρφωση δικαίου δοκιμάζεται έξω από αυτήν εδώ την Αίθουσα, όχι στα θεωρητικά σχήματα, όχι στις νομοτεχνικές διατυπώσεις, αλλά στη ζωή των πολιτών που θα κληθούν να καταλάβουν, να εμπιστευθούν και να εφαρμόσουν τους νέους κανόνες. Οι νομικοί ερμηνεύουν το δίκαιο, οι πολίτες όμως το ζουν».

Συνεχίζοντας, ανέδειξε ότι οι αλλαγές στο Κληρονομικό Δίκαιο αφορούν πολύ περισσότερα από μια απλή τροποποίηση άρθρων του Αστικού Κώδικα, καθώς επηρεάζουν άμεσα οικογένειες, μικρές επιχειρήσεις και περιουσιακά ζητήματα που συχνά οδηγούνται σε αδιέξοδο. Όπως σημείωσε: «Εκεί συναντώνται η οικογενειακή περιουσία, η μικρή επιχείρηση, το αγροτεμάχιο, το ακίνητο που μένει αναξιοποίητο, τα χρέη της κληρονομιάς, οι αποδοχές, οι αποποιήσεις και η ανάγκη να ξέρει κανείς με σαφήνεια ποια είναι τα δικαιώματα και ποιες είναι οι ευθύνες του».

Αναγνωρίζοντας ότι η ανάγκη εκσυγχρονισμού είναι υπαρκτή, η κα Σπυριδάκη υπογράμμισε ότι το ζητούμενο δεν είναι απλώς η εισαγωγή νέων θεσμών, αλλά η δημιουργία κανόνων που θα είναι εφαρμόσιμοι και κατανοητοί από τους πολίτες και τους λειτουργούς της Δικαιοσύνης. Όπως τόνισε: «Το ζητούμενο λοιπόν δεν είναι απλώς αν θα αλλάξουμε τον αριθμό των άρθρων ή θα εισάγουμε νέους θεσμούς. Είναι πρωτίστως να φτιάξουμε κανόνες που ο πολίτης θα μπορεί να κατανοήσει, ο νομικός θα μπορεί να εφαρμόσει και η δικαιοσύνη θα μπορεί να υπηρετήσει χωρίς να προσθέτουμε βάρη σε ήδη δύσκολες υποθέσεις».

Παράλληλα, αναφέρθηκε σε επιμέρους ρυθμίσεις που αντιμετωπίζουν πραγματικές δυσκολίες, χωρίς ωστόσο να παραλείψει να επισημάνει τους κινδύνους που μπορεί να προκύψουν κατά την εφαρμογή τους: «Όταν αλλάζεις κανόνες που επηρεάζουν περιουσίες και δικαιώματα δεν αρκεί να πεις ότι εκσυγχρονίζεις, πρέπει να διασφαλίσεις ότι ο πολίτης θα προστατεύεται στην πράξη».

Ωστόσο, ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στο άρθρο 39 του νομοσχεδίου, το οποίο –όπως υπογράμμισε– εισάγει αιφνιδιαστικά ένα ζήτημα εντελώς διαφορετικής φύσης, που αφορά τον ανεξάρτητο μηχανισμό παρακολούθησης θεμελιωδών δικαιωμάτων στα σύνορα και τη διαδικασία ασύλου. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε: «Ακριβώς επειδή μιλάμε για ζητήματα ασφάλειας δικαίου, για εγγυήσεις, για την εμπιστοσύνη στους θεσμούς, δεν μπορούμε να προσπεράσουμε το άρθρο 39, το πλέον προβληματικό σημείο του νομοσχεδίου, ένα άρθρο που έρχεται αιφνιδιαστικά και σκανδαλωδώς σήμερα στην Ολομέλεια, ενώ είναι σε διαβούλευση νομοσχέδιο του Υπουργείου Μετανάστευσης».

Συνεχίζοντας, εξέφρασε έντονο προβληματισμό για την επιλογή της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας ως μηχανισμού παρακολούθησης θεμελιωδών δικαιωμάτων, επισημαίνοντας ότι η επιλογή αυτή δημιουργεί σοβαρά θεσμικά ζητήματα: «Ο Συνήγορος του Πολίτη είναι αυτός που θεσμικά μπορεί να το υποστηρίξει. Η παρακολούθηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων στα σύνορα απαιτεί ανεξαρτησία που να μην αμφισβητείται, απαιτεί εξειδικευμένη εμπειρία και τεχνογνωσία και θεσμική αξιοπιστία».

Στο σημείο αυτό η παρέμβαση πέρασε από τη θεωρία στην πραγματικότητα που βιώνει καθημερινά η Κρήτη και ειδικά το Λασίθι. Η κα Σπυριδάκη υπογράμμισε ότι για τις τοπικές κοινωνίες η συζήτηση περί συνόρων και διαδικασιών ασύλου δεν είναι μια αφηρημένη έννοια, αλλά μια καθημερινή πραγματικότητα: «Και εδώ η συζήτηση παύει να είναι θεωρητική για εμάς στην Κρήτη. Γιατί όταν μιλάμε για διαδικασία ασύλου στα σύνορα, για έλεγχο διαλογής, για ανθρώπινα δικαιώματα, για κρατική οργάνωση, μιλάμε για μια πραγματικότητα που στο Λασίθι και στην Κρήτη το ζούμε ήδη και το ζούμε καθημερινά τα τελευταία χρόνια».

Αναδεικνύοντας την πραγματική πίεση που ασκείται στη νότια Κρήτη, υπενθύμισε στοιχεία από κοινοβουλευτική της παρέμβαση: «Με επίκαιρη Ερώτηση και επαναλαμβανόμενες Κοινοβουλευτικές Ερωτήσεις και παρεμβάσεις μου, σας έχω επισημάνει ότι οι ροές στη νότια Κρήτη συνεχίζονται με αμείωτη ένταση και ότι ο νότος της Κρήτης και το Λασίθι είναι πλέον μόνιμο και σταθερό σημείο αποβίβασης. Μόλις τον Μάρτιο στη νότια Κρήτη έφτασαν 1.529 άνθρωποι».

Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στην κατάσταση που επικρατεί στην Ιεράπετρα, υπογραμμίζοντας ότι η τοπική κοινωνία, ο Δήμος, οι υπηρεσίες και οι εθελοντές σηκώνουν δυσανάλογο βάρος χωρίς ουσιαστική στήριξη από το κράτος: «Ρωτήσαμε τι θα γίνει στον Δήμο Ιεράπετρας, ο οποίος έχει αφεθεί να καλύπτει με ιδίους πόρους και με πόρους των πολιτών και με τους εθελοντές του Ερυθρού Σταυρού να παρέχουν τη στοιχειώδη φιλοξενία».

Παράλληλα, στάθηκε στη δραματική κατάσταση που αντιμετωπίζει το Λιμεναρχείο Ιεράπετρας: «Το Λιμεναρχείο της Ιεράπετρας είναι μια υπηρεσία που στο οργανόγραμμα έχει 35 θέσεις, στα χαρτιά 26 και στην πράξη 17, χωρίς επαρκή πλωτά μέσα, με τη διαρκή ανάγκη υποστήριξης από άλλες υπηρεσίες».

Κλείνοντας την παρέμβασή της, η κα Σπυριδάκη ανέδειξε τη βασική αντίφαση της κυβερνητικής πολιτικής: «Φέρνετε μια διάταξη για τον μηχανισμό παρακολούθησης θεμελιωδών δικαιωμάτων στα σύνορα και, από την άλλη, εκεί στα σύνορα που είναι η καθημερινότητα των πολιτών, το αφήνετε στην Αυτοδιοίκηση, στο Λιμενικό, στις τοπικές υπηρεσίες που παλεύουν μόνοι τους χωρίς καμία στήριξη».

Και κατέληξε με ένα σαφές πολιτικό μήνυμα: «Και αυτό είναι τελικά το μέτρο της σοβαρότητας ενός κράτους. Όχι τι υπόσχεται όταν νομοθετεί αλλά τι οργανώνει πριν φτάσει η κρίση στην πόρτα του κράτους δικαίου, των θεσμών και των ίδιων των πολιτών […] Στο Λασίθι ζητάμε αυτό που απαιτεί η πραγματικότητα: Όταν οι αφίξεις επαναλαμβάνονται, να υπάρχει ένα σχέδιο. Τίποτα παραπάνω»


Ακολουθήστε μας στο Google News για να ενημερώνεστε για τα τελευταία νέα