Πολιτική 24.06.2026, 15:40

Πιερρακάκης: «Κάποιοι είδαν στην αγωνία των δανειοληπτών μια ευκαιρία πολιτικής εκμετάλλευσης»

«Η κυβέρνηση αποφάσισε να μην μεταθέσει το ζήτημα του Νόμου Κατσέλη στο μέλλον»

Ομιλία του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Κυριάκου Πιερρακάκη στη συζήτηση και ψήφιση του σ/ν: «Μέτρα αντιμετώπισης της ενεργειακής κρίσης και ενίσχυσης του διαθέσιμου εισοδήματος των πολιτών, μισθολογικές και φορολογικές διατάξεις, ρυθμίσεις για τον εξωδικαστικό μηχανισμό ρύθμισης οφειλών, συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις Δημοσίου, ρυθμίσεις για την Επιτροπή Εποπτείας και Ελέγχου Παιγνίων και βελτίωση του πλαισίου για τα παίγνια, ρυθμίσεις για την Εταιρεία Ακινήτων Δημοσίου Ανώνυμη Εταιρεία και λοιπές διατάξεις» στην Ολομέλεια της Βουλής.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,
Υπάρχουν νομοσχέδια που ρυθμίζουν επιμέρους θέματα της καθημερινής διοίκησης και υπάρχουν νομοσχέδια που αποτυπώνουν μια συνολική πολιτική αντίληψη για το πώς πρέπει να λειτουργεί η οικονομία, το κράτος και τελικά η ίδια η κοινωνία.
Το πολυνομοσχέδιο που συζητούμε σήμερα ανήκει στη δεύτερη κατηγορία, γιατί πίσω από τις επιμέρους διατάξεις του, υπάρχει μια ενιαία λογική της κυβέρνησης του Κυριάκου Μητσοτάκη: ότι η οικονομική πολιτική οφείλει
•          να μπορεί ταυτόχρονα να λύνει εκκρεμότητες του παρελθόντος,
•          να στηρίζει όσους πιέζονται περισσότερο στο παρόν,
•          να δημιουργεί τις προϋποθέσεις για περισσότερες επενδύσεις και καλύτερα εισοδήματα στο μέλλον, και
•          να προστατεύει τη νομιμότητα απέναντι σε φαινόμενα παραβατικότητας που διαβρώνουν την οικονομία και την κοινωνία.
Αυτά ακριβώς επιχειρούμε σήμερα.
Το σημείο εκκίνησης δεν μπορεί παρά να είναι μια πληγή που έμεινε ανοιχτή για δεκαέξι ολόκληρα χρόνια. Ο νόμος 3869 του 2010. Ο λεγόμενος νόμος Κατσέλη.
Ο νόμος αυτός ψηφίστηκε σε μια εξαιρετικά δύσκολη ιστορική συγκυρία, στην κορύφωση της οικονομικής κρίσης, με στόχο να προστατεύσει νοικοκυριά που βρέθηκαν σε πραγματική αδυναμία. Και λέω «με στόχο», γιατί σε καμία περίπτωση δεν αμφισβητώ την πρόθεση.
Αμφισβητώ όμως, το αποτέλεσμα.
Γιατί τελικά ο νόμος Κατσέλη ούτε προστάτευσε με την απαιτούμενη αποτελεσματικότητα όλους όσοι πραγματικά είχαν ανάγκη, ούτε απέτρεψε την κατάχρηση του πλαισίου από στρατηγικούς κακοπληρωτές που βρήκαν χώρο για να «κρυφτούν» πίσω από πολυετείς δικαστικές καθυστερήσεις.
Το αποτέλεσμα το γνωρίζουμε όλοι.
Χιλιάδες υποθέσεις οδηγήθηκαν στα δικαστήρια. Χιλιάδες οικογένειες εγκλωβίστηκαν σε μακρόχρονες διαδικασίες. Και τελικά διαμορφώθηκε ένα πεδίο αβεβαιότητας, ασάφειας και αντιφατικών ερμηνειών.
Και ίσως το πιο αποκαλυπτικό στοιχείο είναι αυτό:
Οι μισές περίπου αιτήσεις -κρατήστε το αυτό – απορρίφθηκαν από τα δικαστήρια. Σχεδόν μία στις δύο αιτήσεις, δεν πληρούσε τελικά τις προϋποθέσεις προστασίας.
Με άλλα λόγια, ένα πλαίσιο που θεσπίστηκε για να προστατεύσει τους ευάλωτους κατέληξε σε πολλές περιπτώσεις να θολώσει το όριο ανάμεσα στην πραγματική αδυναμία και τη στρατηγική αθέτηση.
Ας το πούμε με ειλικρίνεια.
Το ΠΑΣΟΚ και ο ΣΥΡΙΖΑ, που υπερασπίστηκαν αυτό το πλαίσιο, κληροδότησαν στη χώρα μια βραδυφλεγή βόμβα. Παρήγαγε διαρκώς αβεβαιότητα.
Η σημερινή κυβέρνηση αποφάσισε να μην μεταθέσει ξανά το πρόβλημα στο μέλλον. Να μην κρυφτεί πίσω από νομικές ερμηνείες και να δώσει μια ξεκάθαρη λύση στο πρόβλημα.
Η απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου έδωσε μια κρίσιμη νομική κατεύθυνση ως προς τον τρόπο υπολογισμού των τόκων. Εμείς, όμως, δεν μένουμε εκεί.
Νομοθετούμε καθολική εφαρμογή και δίνουμε λύση για όλους όσοι έχουν ενεργές ρυθμίσεις, χωρίς νέα δικαστήρια, χωρίς νέες προσφυγές, χωρίς νέα ταλαιπωρία.
Περισσότεροι ,δηλαδή, από 100.000 συμπολίτες μας θα δουν άμεσα τη δόση τους να μειώνεται ραγδαία, σε πολλές περιπτώσεις ακόμη και κατά περίπου 300 ευρώ τον μήνα. Πραγματική ανάσα για κάθε νοικοκυριό και μεγαλύτερη Δικαιοσύνη στην πράξη.
Αλλά δεν σταματήσαμε εκεί.
Προχωρήσαμε συνειδητά, πέρα και πάνω από όσα όριζε η ίδια η απόφαση, γιατί θεωρήσαμε ότι η πολιτική ευθύνη δεν εξαντλείται στη στενή νομική συμμόρφωση.
Και αυτό πρέπει να ειπωθεί, χωρίς περιστροφές. Η κυβέρνηση δεν ήταν υποχρεωμένη να νομοθετήσει αναδρομικότητα. Θα μπορούσαμε να περιοριστούμε στην εφαρμογή του νέου τρόπου υπολογισμού από σήμερα και μετά. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι το ζήτημα λύνεται μόνο για το μέλλον.
Δεν το κάναμε. Επιλέξαμε να πάμε πολύ πιο πέρα. Επιλέξαμε να αναγνωρίσουμε ότι όσοι όλα αυτά τα χρόνια παρέμειναν συνεπείς και κατέβαλαν περισσότερα από όσα τελικά όφειλαν , δικαιούνται ουσιαστικής αποκατάστασης.
Τα υπερβάλλοντα ποσά που έχουν ήδη καταβληθεί , αναγνωρίζονται ως αποπληρωμή κεφαλαίου, μειώνοντας το υπόλοιπο της οφειλής και περιορίζοντας τη διάρκεια της.
Αυτό σημαίνει μικρότερη δόση – ταχύτερη αποπληρωμή.
Δεν κάνουμε, δηλαδή, το ελάχιστο που μας υποχρεώνει ένα δικαστήριο. Κάνουμε το μέγιστο που μας επιβάλλει η πολιτική ευθύνη.
Το συνολικό κόστος της ρύθμισης ανέρχεται σε περίπου 700 εκατομμύρια ευρώ. Περίπου 500 εκατομμύρια αφορούν τη μελλοντική ελάφρυνση των δανειοληπτών και περίπου 200 εκατομμύρια την αναδρομική αποκατάσταση για ποσά που έχουν ήδη καταβληθεί.
Και θέλω να είμαι απολύτως σαφής. Το βάρος αυτό δεν μετακυλίεται αποκλειστικά στο κράτος.
Θα το επωμιστούν τόσο οι τράπεζες όσο και το σχήμα κρατικών εγγυήσεων «Ηρακλής», ανάλογα με τα ποσά που έχει εισπράξει κάθε πλευρά.
Με την ίδια ρύθμιση, αποσαφηνίζουμε ότι οι ρυθμίσεις που έχουν συναφθεί μέσω του Εξωδικαστικού Μηχανισμού δεν επηρεάζονται από την παρούσα διάταξη. Οι όροι των ρυθμίσεων παραμένουν σταθεροί και, κυρίως, τα επιτόκια δεν αλλάζουν. Αυτό σημαίνει ότι δίνουμε ουσιαστική ανακούφιση στους δανειολήπτες, χωρίς να δημιουργούμε νέες αβεβαιότητες.
Τις τελευταίες ημέρες ακούσαμε πολύ θόρυβο από την αντιπολίτευση. Εύκολες καταγγελίες, μεγάλες δηλώσεις.
Υπάρχει όμως μια ειρωνεία.
Κάποιοι εμφανίστηκαν ως αυτόκλητοι υπερασπιστές των δανειοληπτών ζητώντας τελικά λιγότερα από αυτά που φέρνει σήμερα η κυβερνητική ρύθμιση.
Μιλούσαν μόνο για εφαρμογή της απόφασης. Εμείς φέρνουμε καθολικότητα.
Μιλούσαν, όμως πολύ θολά για αποκατάσταση. Εμείς φέρνουμε αναδρομικότητα.
Κάποιοι είδαν στην αγωνία των δανειοληπτών μια ευκαιρία πολιτικής εκμετάλλευσης.
Εμείς είδαμε μια υποχρέωση πολιτικής ευθύνης.
Και αυτό είναι που τελικά κρίνει μια κυβέρνηση: Ποιος μπορεί να παίρνει σύνθετα, χρονίζοντα προβλήματα και να τα μετατρέπει σε καθαρές, σταθερές και εφαρμόσιμες λύσεις.
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,
Το ιδιωτικό χρέος εξακολουθεί να αποτελεί μία από τις πιο δύσκολες κληρονομιές της κρίσης. Και όταν μιλάμε για ιδιωτικό χρέος, στην πραγματικότητα μιλάμε για μια οικογένεια που δυσκολεύεται να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της, για έναν επαγγελματία που προσπαθεί να κρατήσει όρθια την επιχείρησή του, για έναν πολίτη που δεν ζητά προνόμια αλλά μια ουσιαστική δεύτερη ευκαιρία.
•          Το ιδιωτικό χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ μειώθηκε στο 94,1% το 2024, με την Ελλάδα πλέον να βρίσκεται κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο που είναι στο 121,4 % .
•          Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια στις ελληνικές τράπεζες έχουν μειωθεί επίσης δραστικά. Από περίπου 40% του χαρτοφυλακίου δανείων, όταν παραλάβαμε το 2019, σήμερα βρίσκονται κάτω από το 3%, δηλαδή σε επίπεδα συγκρίσιμα πλέον με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
•          Μέσω του εξωδικαστικού έχουν ήδη επιτευχθεί περισσότερες από 62.000 ρυθμίσεις, ύψους άνω των 19 δισεκατομμυρίων ευρώ. Σε σύγκριση με το 2022 μέσω του εξωδικαστικού έχουμε αύξηση κατά 700%.
•          Ο εξυπηρετούμενος δανεισμός είναι υπερδιπλάσιος του μη-εξυπηρετούμενου.
Όμως, ακόμη κι αν ένας μόνο πολίτης παραμένει εγκλωβισμένος, η ευθύνη μας παραμένει. Το πρόβλημά του είναι πρόβλημά μας. Γι’ αυτό, με το νομοσχέδιο που σήμερα ψηφίζουμε, ενισχύουμε αποφασιστικά όλα τα εργαλεία διαχείρισης του ιδιωτικού χρέους.
•          Μειώνουμε το όριο ένταξης στον εξωδικαστικό από τις 10.000 στις 5.000 ευρώ, ανοίγοντας την πρόσβαση σε περίπου ένα εκατομμύριο συμπολίτες μας.
•          Θεσπίζουμε δυνατότητα ρύθμισης οφειλών προς το Δημόσιο και τα ασφαλιστικά ταμεία σε έως 72 δόσεις.
•          Αυξάνουμε το ακατάσχετο όριο – κύριε Σιμόπουλε, απάντηση σε δική σας ερώτηση– από τα 1.250 στα 1.600 ευρώ.
•          Παράλληλα, ενισχύουμε ουσιαστικά την προστασία της κύριας κατοικίας μέσω του εξωδικαστικού μηχανισμού. Ο εξωδικαστικός δίνει πλέον στον δανειολήπτη μια καθαρή και ρεαλιστική επιλογή: Μπορεί να προστατεύσει την πρώτη κατοικία του, ρευστοποιώντας τα υπόλοιπα περιουσιακά του στοιχεία, ώστε να επιτύχει μεγαλύτερο κούρεμα και μικρότερες δόσεις. Με αυτόν τον τρόπο αυξάνονται ουσιαστικά οι πιθανότητες να διατηρήσει το σπίτι του και να καταστήσει τη ρύθμισή του πραγματικά βιώσιμη.
Με όλες αυτές τις παρεμβάσεις χτίζουμε ένα συνεκτικό πλέγμα προστασίας.
Ένα πλαίσιο που δίνει δεύτερες ευκαιρίες, προστατεύει την κατοικία και επιβραβεύει τη συνέπεια.
Αλλά η οικονομική πολιτική δεν κρίνεται μόνο από το πώς διαχειρίζεται τις εκκρεμότητες του παρελθόντος, τις εκκρεμότητες του χθες.
Κρίνεται και από το πώς απαντά στις πιέσεις του παρόντος.
Και σήμερα οι πιέσεις αυτές είναι απολύτως πραγματικές.
Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή, ελπίζουμε να οδεύει προς το τέλος. Οι οικονομικές συνέπειές του, όμως, δεν θα εξαφανιστούν από τη μία μέρα στην άλλη. Οι πιέσεις στις διεθνείς αγορές ενέργειας και στις αλυσίδες εφοδιασμού αφήνουν αποτύπωμα που θα συνεχίσει να επηρεάζει τις τιμές για κάποιο διάστημα ακόμη.
Και γνωρίζουμε πολύ καλά πώς μεταφράζεται αυτή η πίεση στην καθημερινότητα του πολίτη. Έχει επίπτωση στο κόστος των καυσίμων, στο ράφι του σούπερ μάρκετ και τελικά στο διαθέσιμο εισόδημα μιας οικογένειας στο τέλος του μήνα.
Γι’ αυτό οφείλουμε να παρεμβαίνουμε έγκαιρα και στοχευμένα, ώστε η πρόοδος της οικονομίας να επιστρέφει πίσω στην κοινωνία.
•          Σε αυτή τη λογική θεσπίζουμε την οικονομική ενίσχυση των 150 ευρώ για κάθε παιδί, μια παρέμβαση που αφορά περίπου 975.000 οικογένειες και πάνω από 3,3 εκατομμύρια συμπολίτες μας.
•          Ενισχύουμε περαιτέρω τη στήριξη προς τους συνταξιούχους, αυξάνοντας τη μόνιμη ετήσια ενίσχυση από 250 σε 300 ευρώ και διευρύνοντας τα εισοδηματικά κριτήρια, ώστε περίπου το 85% των συνταξιούχων να λαμβάνει πλέον αυτή την ενίσχυση.
Γιατί όταν η οικονομία πηγαίνει καλύτερα, η πρόοδος αυτή οφείλει να φτάνει στους πολίτες.
•          Το ίδιο προφανώς ισχύει και για το στεγαστικό. Για χιλιάδες νέους και οικογένειες, το ενοίκιο έχει εξελιχθεί σε ένα από τα μεγαλύτερα βάρη της καθημερινότητας. Γι’ αυτό διευρύνουμε σημαντικά τα κριτήρια επιστροφής ενός ενοικίου κάθε χρόνο, επεκτείνοντας την κάλυψη του μέτρου σε περίπου 887.000 νοικοκυριά.
•          Παράλληλα, λαμβάνουμε ειδική μέριμνα για δημόσιους λειτουργούς οι οποίοι υπηρετούν μακριά από τον τόπο κατοικίας τους , ανθρώπους που στηρίζουν καθημερινά κρίσιμες λειτουργίες του κράτους και που κρατούν όρθιο τον κρατικό μηχανισμό, τον δημόσιο,  σε κάθε γωνιά της χώρας.
Κυρίες και κύριοι ,
Όλες αυτές οι παρεμβάσεις έχουν έναν κοινό παρονομαστή.
Για να μπορεί ένα κράτος να στηρίζει διαρκώς την κοινωνία του, πρέπει η οικονομία να παράγει περισσότερο πλούτο.
Δεν μπορεί να υπάρξει ισχυρό κοινωνικό κράτος χωρίς ισχυρή παραγωγική βάση.
Γι’ αυτό το νομοσχέδιο δεν αφορά μόνο την ανακούφιση από τα βάρη του παρελθόντος. Αφορά και τη δημιουργία των προϋποθέσεων για μεγαλύτερη ευημερία στο μέλλον.
Η Ελλάδα τα τελευταία χρόνια αλλάζει σταδιακά το παραγωγικό της μοντέλο.
Έχουμε ήδη κατακτήσει την πολιτική σταθερότητα και την οικονομική και δημοσιονομική σταθερότητα.
Αλλά πάρετε δύο ακόμη μεταβλητές, οι οποίες είναι κρίσιμες, σε σχέση με το μοντέλο εκείνης της Ελλάδας η οποία πήγε στη χρεοκοπία το 2009-2010.
Επενδύσεις σε σχέση με το ΑΕΠ. Όταν αναλάβαμε το 2019 ήταν 11% – ο ευρωπαϊκός μέσος όρος είναι κάπου στο 21% – τώρα βρίσκονται κοντά στο 17%.
Εξαγωγές: δεύτερη παράμετρος. Η Ελλάδα που χρεοκόπησε είχε εξαγωγές στο ΑΕΠ της τάξης του 20%. Σήμερα είμαστε κάπου στο 42-43%. Παραμένουμε κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ο οποίος είναι 51% – και οι επενδύσεις 21% – αλλά είμαστε σε μία διαδρομή αλλαγής του μοντέλου μας, η οποία συντελείται μέρα με την ημέρα.
Οι δείκτες, δηλαδή, αυτοί αποτυπώνουν αυτήν την βαθύτερη μεταβολή. Δείχνουν ότι η ελληνική οικονομία γίνεται πιο παραγωγική, πιο εξωστρεφής, πιο ανταγωνιστική.
Και αν θέλουμε να επιταχύνουμε αυτή τη μετάβαση, χρειαζόμαστε περισσότερες επενδύσεις, περισσότερα παραγωγικά κεφάλαια και περισσότερη χρηματοδότηση για επιχειρήσεις που θέλουν να αναπτυχθούν, να καινοτομήσουν και να δημιουργήσουν καλά αμειβόμενες θέσεις εργασίας.
Αυτό ακριβώς υπηρετούν οι διατάξεις του νομοσχεδίου για τα επενδυτικά κεφάλαια.
Με το παρόν νομοσχέδιο διαμορφώνουμε για πρώτη φορά στην Ελλάδα ένα σύγχρονο και ανταγωνιστικό πλαίσιο για τη διαχείριση εναλλακτικών επενδύσεων, με στόχο να προσελκύσουμε στην Αθήνα διεθνή επενδυτικά κεφάλαια, διαχειριστές και υψηλής εξειδίκευσης στελέχη.
Αυτό που προσφέρουμε τι είναι; Νομική βεβαιότητα, σταθερότητα και καθαροί κανόνες.
Ξεκαθαρίζουμε ότι ξένα funds και μητρικές εταιρείες τους συνεχίζουν να φορολογούνται εκεί όπου είναι εγκατεστημένα, ενώ σε κάθε πραγματική οικονομική δραστηριότητα που θα έχουμε στην Ελλάδα (γραφεία, υπηρεσίες, μισθοί, εταιρικά κέρδη και ΦΠΑ) θα φορολογούνται πλήρως εδώ.
Αλλά διασαφηνίζουμε το πλαίσιο. Και σε μια εποχή γεωπολιτικής αβεβαιότητας διεθνώς, με την Ελλάδα να θεωρείται φάρος σταθερότητας, είναι μια ευκαιρία για την χώρα μας για να μπορέσουμε να αναπτύξουμε και αυτό το πεδίο. Με άλλα λόγια, δημιουργούμε ένα πλαίσιο που προσελκύει κεφάλαια χωρίς να διαβρώνει τη φορολογική βάση της χώρας.
Και το όφελος για την Ελλάδα, κυρίες και κύριοι και κρατήστε το αυτό, είναι πολύ μεγαλύτερο από τα άμεσα φορολογικά έσοδα. Ένας ισχυρός κόμβος διαχείρισης επενδύσεων στην Αθήνα σημαίνει νέες, καλά αμειβόμενες θέσεις εργασίας, μεταφορά τεχνογνωσίας και ανάπτυξη ενός ολόκληρου οικοσυστήματος υψηλής προστιθέμενης αξίας.
Δεν θέλουμε, δηλαδή, η Ελλάδα να είναι απλώς τόπος κατανάλωσης κεφαλαίων. Θέλουμε να γίνει τόπος διαχείρισης κεφαλαίων, τόπος λήψης αποφάσεων, τόπος παραγωγής οικονομικής αξίας.
Και αυτό ακριβώς είναι που εξυπηρετεί η συγκεκριμένη ρύθμιση.
Μαζί όμως με ανάπτυξη, χρειάζονται και κανόνες.
Χρειάζεται και ένα κράτος που μπορεί να προστατεύει τους πολίτες από φαινόμενα παραβατικότητας που διαβρώνουν την οικονομία και που «ναι», τραυματίζουν και την κοινωνική συνοχή.
Αναφέρομαι στις διατάξεις για τον παράνομο τζόγο.
Όχι μόνο λόγω της σοβαρότητας του προβλήματος, αλλά και γιατί από αυτό ξεκίνησε ουσιαστικά το παρόν νομοσχέδιο, πριν εμπλουτιστεί με τις υπόλοιπες αναγκαίες ρυθμίσεις που συζητούμε σήμερα.
Και εδώ δεν μιλάμε απλώς για μια παράνομη οικονομική δραστηριότητα αλλά για ένα βαθιά κοινωνικό πρόβλημα.
Σχεδόν 800.000 συμπολίτες μας συμμετείχαν το 2024 σε παράνομα τυχερά παίγνια.
Αλλά το πραγματικό πρόβλημα δεν εξαντλείται ποτέ στους αριθμούς. Βρίσκεται στον εθισμό που διαλύει ζωές, βρίσκεται στη νέα γενιά που εκτίθεται όλο και νωρίτερα σε αυτή την παγίδα και στις οικογένειες που βλέπουν ανθρώπους τους να χάνουν σταδιακά τον έλεγχο της ζωής τους.
Γι’ αυτό η απάντηση του κράτους οφείλει να είναι αποφασιστική.
Δίνουμε, λοιπόν, νέα ψηφιακά εργαλεία ελέγχου, ενισχύουμε τον ελεγκτικό μηχανισμό και αυστηροποιούμε τις κυρώσεις γιατί η τεχνολογία δεν μπορεί να μετατρέπεται σε ασπίδα της παρανομίας.
Πρέπει να γίνει εργαλείο αντιμετώπισής της.
Και τελικά αυτό είναι το νήμα που ενώνει όλες τις διατάξεις του παρόντος νομοσχεδίου.
•          Δεν αφήνουμε προβλήματα να χρονίζουν.
•          Δεν αφήνουμε αδικίες να διαιωνίζονται.
•          Δεν αφήνουμε στρεβλώσεις να παγιώνονται.
•          Παρεμβαίνουμε, λύνουμε, διορθώνουμε.
Αυτή είναι η ουσία της πολιτικής της κυβέρνησης του Κυριάκου Μητσοτάκη.
Να μη μείνουμε παρατηρητές απέναντι στα δύσκολα, να αναλαμβάνουμε την ευθύνη της λύσης.
Αυτό είναι το χρέος μας.
Αυτή είναι η ευθύνη μας.
Και αυτή την ευθύνη υπηρετούμε και αναλαμβάνουμε σήμερα.
Σας ευχαριστώ πολύ.

Ακολουθήστε μας στο Google News για να ενημερώνεστε για τα τελευταία νέα